nomocultus.gr

nomocultus.gr Συνδρομητικες υπηρεσίες νομικής βάσης δεδομένων και εκπροσώπηση σε δικαστήρια

Νομοθεσία, νομολογία, αρθρογραφία, υποδείγματα δικογραφων διοικητικού Δικαιου, κοινωνικό ασφαλιστικού Δικαιου, εκπαιδευτικού Δικαιου και θέματα συνταξιοδοτικης νομοθεσίας

Δικηγορικο Γραφείο Κατερίνας Κ.Σαιτη
LLM Ιστορίας και Θεωρίας Δικαίου
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπηρεσίες Γραφείου:
Εργατικές διαφορές- Συνταξιοδοτικά Θεματα- Κοινωνικοασφαλιστικο δίκαιο για φυσικά πρόσωπα και εταιρίες
Διο

ικητικές διαφορές
Μισθωσεις- αγωγές - διαταγές απόδοσης μισθίου
Κληρονομητηρια- Αποδοχές κληρονομιάς
Εταιρικές διάφορες - συστάσεις ,τροποποιήσεις εταιριων
Κτηματολόγιο
Ένορκες βεβαιώσεις
Ιδιωτικά συμφωνητικα

19/08/2022

ΣτΕ Ολ 1833/21 Αντισυνταγματικός ο γενικός κανόνας της 20ετούς παραγραφής (Ν 4387/16) αξιώσεων για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών των εντασσόμενων στον ΕΦΚΑ ΦΚΑ. Ισχύει 10ετής παραγραφή

ΠΗΓΗ: WWW.TAXHEAVEN.GR

Ο θεσπισθείς με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 γενικός κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου. Πλήρωση του κενού, που ανακύπτει, με την εφαρμογή του γενικού κανόνα της δεκαετούς παραγραφής, ο οποίος αποτελούσε το προϊσχύσαν δίκαιο για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ. 1833/2021, δημοσιευθείσα επί προσφυγής, που εισήχθη με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα:

Α. Ο θεσπισθείς με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 γενικός κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου. Η θεσπιζόμενη με την ανωτέρω διάταξη παραγραφή αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής είκοσι ετών δεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη, δεδομένης και της αυξανόμενης ταχύτητας και πολυπλοκότητας των σύγχρονων βιοτικών σχέσεων και συναλλαγών, που αξιώνουν, κατ’ αρχήν, ταχεία εκκαθάριση των εκάστοτε τρεχουσών υποχρεώσεων των διοικουμένων. Εν σχέσει προς την οργάνωση και τη λειτουργία των ασφαλιστικών φορέων, ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής πρέπει να επαρκεί, ώστε, με τη συνδρομή και των σύγχρονων δυνατοτήτων της τεχνολογίας, να διενεργούνται, στο πλαίσιο της ορθολογικής οργάνωσής τους, επίκαιροι και αποτελεσματικοί, από την άποψη της εισπραξιμότητας, έλεγχοι με στόχο την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, χωρίς να εκτείνεται σε μεγάλη διάρκεια, η οποία, λόγω της χρονικής απόστασης από την παράβαση δεν συμβάλλει στην ορθή, κατά το χρόνο ισχύος της, εφαρμογή της διαρκώς μεταβαλλόμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας και τη δημιουργία συνείδησης συμμόρφωσης προς αυτή, οδηγεί αναγκαίως, δεδομένης και της σοβαρής υποστελέχωσης των υπηρεσιών, σε ανεπίκαιρους και για το λόγο αυτό μειωμένης εισπραξιμότητας ελέγχους, συνεπάγεται μη διαχειρίσιμο φόρτο για τις υπηρεσίες και, ενδεχομένως, ενθαρρύνει την απραξία των ασφαλιστικών φορέων. Εν σχέσει προς τους βεβαρυμένους με τις ασφαλιστικές εισφορές υποχρέους, ο χρόνος της παραγραφής απαιτείται να είναι ο αναγκαίος, ώστε, αφενός, να διασφαλίζεται το δικαίωμα άμυνας αυτών έναντι δυσχερειών απόδειξης περιστατικών αναγόμενων στο απώτερο παρελθόν, αφετέρου δε να μην οδηγούνται οι οφειλέτες σε οικονομική εξουθένωση λόγω της υποχρέωσης ταυτόχρονης καταβολής συσσωρευμένων οφειλών περισσότερων ετών, με περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση και την εθνική οικονομία γενικότερα. Τα ανωτέρω δε ισχύουν, λαμβανομένου επιπλέον υπ’ όψιν ότι η μη καταβολή ή πλημμελής καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν συνδέεται αναγκαίως με πρόθεση αποφυγής τους, αλλά δύναται να οφείλεται σε δυσχέρειες κατά την ερμηνεία της ασφαλιστικής νομοθεσίας, αποτέλεσμα των συνεχών τροποποιήσεων και του κατακερματισμού των επί μέρους ρυθμίσεών της. Αντιθέτως, απαιτείται να εξασφαλίζεται η έγκαιρη και σε σχετικώς σύντομο χρόνο γνώση των υποχρεώσεών τους, ώστε να μην αιφνιδιάζονται, αλλά να δύνανται να προγραμματίζουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα προς όφελος και της εθνικής οικονομίας. Η διαμόρφωση δε της προθεσμίας παραγραφής υπό τους ανωτέρω όρους, που αποτελούν και εκδήλωση της ειρηνευτικής λειτουργίας του δικαίου, συμβάλλει στην καλλιέργεια της αναγκαίας σε ένα κράτος δικαίου σχέσης εμπιστοσύνης των διοικούμενων προς τη Διοίκηση. Περαιτέρω, η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, κατά το μέρος που η εικοσαετής παραγραφή, που θεσπίσθηκε, μάλιστα, σε χρόνο κατά τον οποίο οι υπόχρεοι είχαν ήδη υποστεί διάφορες οικονομικές επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, ισχύει αναδρομικώς και για απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της νέας διάταξης και δεν είχαν ακόμη παραγραφεί. Δεν δικαιολογείται δε τόσο μακρός χρόνος παραγραφής ούτε η αναδρομική εφαρμογή της από λόγους που συνδέονται με τις δυσχέρειες κατά την οργάνωση του νέου ασφαλιστικού φορέα και την ένταξη σε αυτόν του συνόλου των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ούτε από την έως την ίδρυση του Ε.Φ.Κ.Α. ενδεχόμενη αδράνεια των φορέων κοινωνικής ασφάλισης να μεριμνήσουν για την είσπραξη των απαιτήσεών τους. Εξάλλου, η ίδια η πρόβλεψη σχετικά σύντομης προθεσμίας παραγραφής δεν επιφέρει για τους ασφαλισμένους δυσμενείς συνέπειες κατά τη συνταξιοδότησή τους. Τούτο δε διότι το ζήτημα του καθορισμού σχετικά σύντομης διάρκειας προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεων αυτών, που, άλλωστε, απαντάται στην πλειονότητα των σύγχρονων ευρωπαϊκών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ουδόλως συνάπτεται με το διάφορο ζήτημα της τυχόν πρόβλεψης σε διαφορετικά νομοθετήματα προϋποθέσεων, χρονικών ή άλλων συναπτόμενων με την καταβολή εισφορών, για την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης με σκοπό τη συνταξιοδότηση, προϋποθέσεις, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, τελούν υπό τις εγγυήσεις του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και ερμηνεύονται υπό το φως των γενικών αρχών του δίκαιου της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων η αρχή της στενής ερμηνείας των διατάξεων που θέτουν χρονικούς περιορισμούς στο δικαίωμα αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης και η αρχή ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων για την καταβολή εισφορών του εργοδότη έναντι του ασφαλιστικού φορέα δεν δύναται, κατ’ αρχήν, να αποβεί εις βάρος του ασφαλισμένου.

Σύμφωνα με την άποψη που μειοψήφησε, η εικοσαετής γενική παραγραφή, που θεσπίζεται με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, με εξαίρεση το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για το οποίο ίσχυε η δεκαετής παραγραφή, η εικοσαετής παραγραφή των αξιώσεων όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από μη καταβληθείσες εισφορές ήταν ο κανόνας στο ασφαλιστικό σύστημα ήδη πριν από τη θέσπιση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016. Η ρύθμιση λοιπόν του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, επαναλαμβάνοντας κατά βάση τον προϊσχύοντα γενικό κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής, είναι απόλυτα σαφής και προβλέψιμη και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Όσον αφορά δε την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. εύλογη διάρκεια της παραγραφής, η εικοσαετία δικαιολογείται λόγω των οργανωτικών και λοιπών λειτουργικών προβλημάτων που έχουν ανακύψει από την για πρώτη φορά ουσιαστική ενοποίηση των εντασσόμενων φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που υιοθέτησε ο ν. 4387/2016. Εξ άλλου, η ασφαλιστική εισφορά ενδιαφέρει το σύνολο των ασφαλισμένων, αφού αποτελεί πόρο του ταμείου από τον οποίο αντλείται η δυνατότητα καταβολής σύνταξης σε όλους τους ασφαλισμένους. Λόγω δε της διασύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών με το εργασιακό καθεστώς των ωφελούμενων από αυτές, οι μικρότερες οικείες προθεσμίες παραγραφής εκθέτουν τους ασφαλισμένους στον κίνδυνο μη αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης με δυσμενείς επιπτώσεις στη συνταξιοδότηση, ενώ σε πολλές περιπτώσεις συνεπάγονται την απώλεια συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και την παράταση του εργασιακού βίου. Επομένως, η εικοσαετής γενική παραγραφή του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και την πάταξη της ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας, στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των ασφαλισμένων με την μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του χρόνου πραγματικής ασφάλισής τους και τη διασφάλιση της επάρκειας των παροχών και της βιωσιμότητας του Ε.Φ.Κ.Α. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η εικοσαετής γενική παραγραφή του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 δεν αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας ούτε σε άλλη συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή.

Β. Κατόπιν της ως άνω κρίσης περί της αντισυνταγματικότητας του γενικού κανόνα παραγραφής, που θεσπίστηκε με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, καταλείπεται κενό στη ρύθμιση, δεδομένου ότι δεν υφίσταται προϋφιστάμενο δίκαιο, που να ρυθμίζει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα, εν όψει και της σαφούς βούλησης του νομοθέτη να θεσπίσει κοινή ρύθμιση για την παραγραφή των αξιώσεων καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του συνόλου των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων. Το κενό αυτό δεν είναι ανεκτό από το Σύνταγμα, εφόσον από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου απαιτείται η πρόβλεψη προθεσμίας παραγραφής. Πρέπει δε να πληρωθεί με την εφαρμογή του κανόνα της δεκαετούς παραγραφής των αξιώσεων καταβολής εισφορών για το σύνολο των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, ο οποίος κρίνεται ότι αποτελεί εύλογο χρόνο παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων και αποτελούσε το προϊσχύσαν δίκαιο για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., του μεγαλύτερου, έως την ίδρυση του Ε.Φ.Κ.Α., φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών της χώρας. Η πλήρωση δε του νομοθετικού κενού με τον ως άνω γενικό κανόνα τελεί σε αρμονία προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, που αξιώνει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των σχετικών κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και προς την αρχή της οικονομίας της δίκης, την οποία θάλπει ο θεσμός της πιλοτικής δίκης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σε αντίθετη περίπτωση, που γινόταν δεκτό ότι η εφαρμογή της δεκαετούς παραγραφής περιορίζεται μόνον στις αξιώσεις υπόχρεων προερχόμενων από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., θα ανέκυπτε ως άμεση συνέπεια της αποφάσεως ασάφεια περί του εφαρμοστέου δικαίου για τις οικείες αξιώσεις των λοιπών φορέων.

Ως προς το ανωτέρω ζήτημα του χρόνου παραγραφής που ισχύει ως προς τις απαιτήσεις από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α. με τον ανωτέρω νόμο διατυπώθηκαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες:

α) Σύμφωνα με την πρώτη μειοψηφούσα γνώμη, κατόπιν της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας της εικοσαετούς παραγραφής, εφαρμοστέα τυγχάνει ειδικώς για τους υπόχρεους ασφαλιστικών εισφορών, που υπάγονταν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση, η προϊσχύσασα για το συγκεκριμένο ασφαλιστικό φορέα δεκαετής παραγραφή, παρέλκει δε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης η κρίση περί του εύλογου χρόνου παραγραφής των αξιώσεων, που αφορούν τους υπόχρεους οι οποίοι προέρχονται από τους λοιπούς εντασσόμενους φορείς.

β) Σύμφωνα με τη δεύτερη μειοψηφούσα γνώμη, δεν υφίσταται εν προκειμένω νομοθετικό κενό, καθόσον μετά την ανωτέρω κρίση περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης εφαρμοστέα στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά αξιώσεις του ενταχθέντος στον Ε.Φ.Κ.Α. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., είναι η προϊσχύουσα ειδική για τον εν λόγω φορέα διάταξη, με την οποία οριζόταν δεκαετής παραγραφή των αξιώσεών του από εισφορές, μετά δε την κρίση του Δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω διάταξης στο νομοθέτη εναπόκειται να επανέλθει επί του επίμαχου ζητήματος της παραγραφής των αξιώσεων των ενταχθέντων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές και να θεσπίσει νέα προθεσμία παραγραφής.

γ) Σύμφωνα με την τρίτη μειοψηφούσα γνώμη, προθεσμία παραγραφής δέκα ετών για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί μακρό χρόνο παραγραφής και δεν συνάδει με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Το κενό στη ρύθμιση πρέπει να πληρωθεί με την εφαρμογή της πενταετίας ως εύλογου, κατά τον κανόνα, χρόνου παραγραφής, σε περιπτώσεις δε σοβαρών παραβάσεων μπορεί να προβλέπεται από το νομοθέτη μακρότερη.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 Ν. 4387/2016 περί εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων οφειλών από ασφαλιστικές εισφορές των εντασσόμενων στον e- ΕΦΚΑ λογαριασμών και κλάδων κρίθηκε ως αντισυνταγματική από το Συμβούλιο Επικρατείας ως αντίθετη στις θεμελιώδεις αρχές της ασφάλειας δικαίου , της αναλογικότητας αλλά και της εμπιστοσύνης των διοικουμένων.

Και τούτο γιατί κατά το σκεπτικό της εν προκειμένω και υπό σχολιασμό απόφασης, ο χρόνος παραγραφής ως θεσμός δημόσιας τάξης απαιτείται να έχει εύλογα χρονικά πλαίσια , να εξυπηρετεί τους οργανωτικούς και λειτουργικούς σκοπούς της δημόσιας διοίκησης αξιοποιώντας τα σύγχρονα διαθέσιμα και εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα στο έπακρο προς είσπραξη των δημοσίων εσόδων που πηγάζουν από τις ασφαλιστικές εισφορές , προσέτι, δε, πρέπει να καλλιεργεί και μια κουλτούρα συμμόρφωσης, που δυσχερώς δύναται να επιτευχθεί όταν ο χρόνος παραγραφής εξαντλείται σε πέραν της δεκαετίας χρονικά περιθώρια.

Άλλωστε, ,κατά το μέρος που η εικοσαετής παραγραφή, και, δή, σε χρόνο κατά τον οποίο οι υπόχρεοι είχαν ήδη υποστεί διάφορες οικονομικές επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, με αναδρομική ισχύ και για απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της νέας διάταξης(12/05/2015) και δεν είχαν ακόμη παραγραφεί, αντίκειται ευθέως στην ασφάλεια δικαίου παραβλάπτοντας ουσιωδώς την ομαλή άσκηση των επαγγελματικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των διοικουμένων.

Επιπρόσθετα, η δεκαετής παραγραφή συνδράμει ουσιωδώς και στην περιφρούρηση των δικαιωμάτων των διοικουμένων ώστε να μην αιφνιδιάζονται αλλά να μπορούν να προγραμματίσουν τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις προσηκόντως ρυθμίζοντας αυτές σε εύλογο χρόνο και διαφυλάσσοντας τα επαγγελματικά τους δικαιώματα δίχως να οδηγούνται σε διαρκή οικονομική εξουθένωση λόγω των συχνών και δυσχερώς ερμηνευόμενων διατάξεων της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας καθώς και των πολλαπλών ρυθμίσεων που ενίοτε απώλλυνται στα πλαίσια γενικότερης οικονομικής δυσπραγίας , πιθανής πτώχευσης ή επαπειλούμενης βλάβης των οικονομικών και περιουσιακών τους δικαιωμάτων.

Ανακύπτει, συνεπώς , νομοθετικό κενό , μη επιτρεπτό εκ του Συντάγματος, οπότε και απαιτείται νομοθετική ρύθμιση προς τούτο.

Στον αντίποδα της πλειοψηφίας, οι μειοψηφούσες γνώμες ενστερνίζονται τον γενικό κανόνα παραγραφής της εικοσαετίας ως γενικότερου κανόνα στο ασφαλιστικό κοινωνικό σύστημα της χώρας , τις οργανωτικές δυσλειτουργίες που καθιστούν απαραίτητη την επιμήκυνση των χρόνων έγερσης αξιώσεων από τους εντασσόμενους στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης κλάδων , ταμείων και λογαριασμών αλλά και την ανάγκη προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος .

Κατά τις ειδικότερες επιμέρους απόψεις της μειοψηφίας , εφόσον η εικοσαετής παραγραφή είναι αντισυνταγματική, εφαρμόζεται για τους ασφαλισμένους του τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ η δεκαετής παραγραφή , ενώ δεν υφίσταται νομοθετικό κενό, αρκεί να επανέλθει ο νομοθέτης και να ορίσει πλέον το χρόνο παραγραφής των εντασσόμενων στον e- ΕΦΚΑ κλάδων ασφάλισης. Κατά τρίτη άποψη ο δεκαετής χρόνος παραγραφής κρίνεται ως εξαιρετικά μακρός και προσήκει η πενταετής παραγραφή κατά αναλογική εφαρμογή γενικότερων κανόνων δικαίου, επί, δε, σοβαρών περιπτώσεων- οι οποίες ωστόσο δεν επισημαίνονται εν είδει παραδείγματος- δύναται να επιμηκύνεται πέραν της πενταετίας το διάστημα έγερσης των αξιώσεων των φορέων ασφάλισης κατά των ασφαλισμένων ως προς την είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών.

19/08/2022

ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ- ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την 1.7.209, "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 259 του ισχύοντος ήδη από 1.7.2019 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι η ευμενέστερη διάταξη είναι αυτή του ισχύοντος από 1.7.2019 ποινικού κώδικα καθόσον ως προς την προβλεπόμενη ποινή οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου αφού με αυτήν προβλέπεται πέραν της ισόχρονης φυλάκισης (μέχρι δύο ετών) η δυνατότητα επιβολής διαζευκτικά χρηματικής ποινής.
Από τη προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α του ΠΚ, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις : α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσποριστεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Ως υπάλληλος, κατά τα άρθρα 13α και 263α του ΠΚ, νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης υπάρχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από τον δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Ενώ, αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλον σκοπό ή με κανέναν σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο δε παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 ΠΚ, είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με παράβαση καθήκοντος πρόσφορη να οδηγήσει στην πραγμάτωσή του και το οποίο ως εκ τούτου θίγει την υπηρεσιακή χρηστότητα και καθαρότητα, έστω και αν καθαυτό δεν θεωρείται παράνομο (ΑΠ 541/2017& 1634/2019, www.areiospagos.gr).

Στην ΑΠ 6/2008 αναφέρονται τα κάτωθι: « Κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο γενικός ή ειδικός χαρακτήρας των καθηκόντων που παραβιάζονται, ούτε πολύ περισσότερο η πηγή προέλευσης τους, αν δηλ. προκύπτουν από διάταξη νόμου, ακόμη και από το ίδιο το Σύνταγμα, από διοικητική πράξη ή οδηγίες ή από την ίδια τη φύση και την αποστολή της υπηρεσίας, αλλά η ύπαρξη συγκεκριμένης υπηρεσιακής ενέργειας τελούμενης κατά παράβαση των καθηκόντων, από την οποία απειλείται in concreto η πρόκληση βλάβης σε κάποια συγκεκριμένα κρατικά ή ατομικά έννομα αγαθά και συμφέροντα ή ο προσπορισμός παράνομου οφέλους στον υπάλληλο ή σε άλλον. Εκείνο δηλ. που έχει σημασία στο άρθρο 259 ΠΚ είναι αν η παράβαση του καθήκοντος θίγει άμεσα την υπηρεσιακή λειτουργία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να οδηγεί έτσι αντικειμενικά σε προσπορισμό (ιδίου ή ξένου) οφέλους ή σε βλάβη του κράτους ή άλλου· δεν ενδιαφέρει δηλαδή το είδος (γενικό ή ειδικό) του καθήκοντος αλλά μια συγκεκριμένη "αντιυπηρεσιακή" ενέργεια, εφ' όσον αυτή λειτουργεί ως μέσο για τον προσπορισμό οφέλους ή την πρόκληση βλάβης στα έννομα συμφέροντα άλλου (Ν. Μπιτζιλέκη, Υπηρεσιακά Εγκλήματα, 2001, σελ. 46, 47 και 49). Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της δημόσιας υπηρεσίας και η λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να υπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως αλλά και όλων των ποινικών διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν εγκλήματα, υποκείμενο των οποίων είναι υπάλληλος, θεωρούνται υπάλληλοι και οι κρατικοί λειτουργοί που κατά κανόνα είναι άμεσα όργανα του κράτους (βλ. και άρθρο 2 Ν. 3126/2003 στο οποίο αναφέρεται ρητώς ότι οι Υπουργοί θεωρούνται υπάλληλοι). Οι κρατικοί λειτουργοί είναι όργανα του κράτους διάφορα των απλών υπαλλήλων και δεν είναι νοητή επ' αυτών διάκριση μεταξύ απλού υπαλληλικού καθήκοντος και υπηρεσιακού καθήκοντος. Ως εκ τούτου, κατά την ερμηνεία των ποινικών διατάξεων που προβλέπουν ποινικά αδικήματα, υποκείμενο των οποίων είναι ο "υπάλληλος", θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα αυτή, προκειμένου σε κάθε περίπτωση ιδία όμως σε σχέση προς τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ να προσδιορίζεται η έννοια, η φύση και το εύρος των καθηκόντων, η παράβαση των οποίων θα στοιχειοθετεί, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω νομολογιακές κρίσεις, συνάγεται εύλογα ότι και ο εκπαιδευτικός οιασδήποτε βαθμίδας είναι υπάλληλος και , άρα, δύναται να τελέσει παράβαση καθήκοντος . Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις αμελούς συμπεριφοράς εκπαιδευτικού κατά τη διάρκεια σχολικής εκδρομής ή περιπάτου κατά την οποία δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια.

Σύμφωνα με το άρθρο 15 Ποινικού Κώδικα: "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη ορισμένης αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".

Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση, δηλαδή ειδική και όχι γενική (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου, ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.

Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση των εκπαιδευτικών που συνοδεύουν μαθητές σε σχολικές εκδηλώσεις που συνδέονται με το εκπαιδευτικό έργο (όπως εκδρομές, περίπατοι, αγώνες, πολιτιστικές εκδηλώσεις), με την μορφή της άσκησης επιμέλειας, εποπτείας και επιτήρησης επ’ αυτών, αποτρέποντας στα πλαίσια του δυνατού ενδεχόμενες δυσμενείς καταστάσεις, απορρέει από το είδος και την φύση του λειτουργήματος των και των διατάξεων των αρθ. 25, 107 ν. 3528/2007 σε συνδυασμό με εκείνες των αρθ. 1, 18 παρ. 4 ν. 1566/85 αφού θεωρούνται και σ’ αυτήν την περίπτωση ότι εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία (ΑΠ 584/2016). Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 1 με τίτλο "Σχολικοί Περίπατοι", της απόφασης του Υφυπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων "Σχολικοί περίπατοι και εκπαιδευτικές εκδρομές μαθητών Δημοσίων και Ιδιωτικών σχολείων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης" (ΦΕΚ 206 Β 713-2-2006), η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 15 της ΥΑ 129287/Γ2/10-11-2011 (ΦΕΚ Β’ 2769/2-12-2011), ορίζονταν τα ακόλουθα: "1. Ως σχολικός περίπατος ορίζεται η οργανωμένη από το σχολείο ομαδική μετάβαση των μαθητών σε τόπους που βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τη σχολική μονάδα. Γίνεται συνήθως πεζή, εντός του διδακτικού ωραρίου και έχει στόχο κοινωνικοποιητικό, ψυχαγωγικό, παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό. Σχολικούς περιπάτους είναι δυνατόν να πραγματοποιούν οι μαθητές όλων των τάξεων. 2. Οι περίπατοι πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια του ωραρίου λειτουργίας των σχολείων, δεν υπερβαίνουν τους πέντε (5) συνολικά σε όλη τη διάρκεια του διδακτικού έτους και δεν πραγματοποιούνται περισσότεροι του ενός (1) μέσα στον ίδιο μήνα. 3. Για την πραγματοποίηση περιπάτου, λαμβάνεται απόφαση από το Σύλλογο των Διδασκόντων Καθηγητών σε συνεδρία του. Κριτήριο για την επιλογή της τοποθεσίας προορισμού αποτελεί η πολιτιστική ή περιβαλλοντική αξία της και η ψυχαγωγική δυνατότατα που προσφέρει. Μετά τη λήψη της σχετικής απόφασης από το Σύλλογο των Διδασκόντων Καθηγητών ενημερώνεται το οικείο Γραφείο ή η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. 4. Οι διδάσκοντες καθηγητές είναι υποχρεωμένοι να συνοδεύσουν τους μαθητές στον περίπατο, εκτός, εάν, κατά την κρίση του Συλλόγου η συμμετοχή κάποιου καθηγητή καθίσταται αδύνατη. 5. Σε μαθητή που απουσιάζει από το σχολικό περίπατο καταχωρίζονται απουσίες ισάριθμες με τις διδακτικές ώρες που προβλέπονται από το ωρολόγιο πρόγραμμα της ημέρας κατά την οποία πραγματοποιείται ο περίπατος. Στην περίπτωση που, για την, πραγματοποίηση του περιπάτου χρησιμοποιείται μεταφορικό μέσο για τη, συμμετοχή του μαθητή κατατίθεται υπεύθυνη δήλωση, από τον, κηδεμόνα του. Αν ο κηδεμόνας δε συμφωνεί, δεν καταχωρίζονται απουσίες". Ενώ στις παρ.1 και 2 του άρθρου 2 αυτής, με τίτλο "εκπαιδευτικές εκδρομές" ορίζονταν ότι: "1. Οι εκπαιδευτικές εκδρομές αποτελούν αναγκαίο συμπλήρωμα της αγωγής των μαθητών, γιατί τους δίνουν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με τόπους που έχουν ιδιαίτερη μορφωτική αξία, να γνωρίσουν τα επιτεύγματα του ανθρώπου μέσα στη μακροχρόνια πορεία του πολιτισμού και να καλλιεργήσουν την κοινωνικότητά τους. ΓΙ’ αυτό κρίνεται απαραίτητη η προηγούμενη ενημέρωση και παροχή πληροφοριών στους μαθητές για την ιδιαίτερη εκπαιδευτική αξία (πολιτιστική, αρχαιολογική, ιστορική, οικολογική κ.α.) του τόπου τον οποίο πρόκειται να επισκεφθούν, ώστε να εξασφαλίζεται η απόκτηση όσο το δυνατόν πιο πλούσιων εμπειριών. Τις εκδρομές επιβάλλουν εκπαιδευτικοί λόγοι οι οποίοι απορρέουν από τον παιδαγωγικό -μορφωτικό χαρακτήρα του σχολείου, και επομένως κρίνεται σκόπιμο να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την πραγματοποίησή τους. 2. Πραγματοποιείται μία (1) ημερήσια εκδρομή χωρίς διανυκτέρευση από τους μαθητές όλων των τάξεων των σχολείων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οποτεδήποτε μέσα στο διδακτικό έτος ... ". Στο άρθρο 3 αυτής, με τίτλο "προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση ημερήσιας και πολυήμερης εκπαιδευτικής εκδρομής" και ότι: "1. Για την πραγματοποίηση των εκπαιδευτικών εκδρομών (ημερήσιων και πολυήμερων) απαιτούνται: α. Απόφαση του Συλλόγου των Διδασκόντων Καθηγητών του σχολείου, η οποία λαμβάνεται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πραγματοποίηση των ημερήσιων εκδρομών. Στην απόφαση ορίζονται απαραιτήτως: α.α) Ο αρχηγός της εκδρομής, που πρέπει να είναι μόνιμος εκπαιδευτικός, α. β) Οι συνοδοί καθηγητές, που είναι εκπαιδευτικοί της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, πλην των ωρομισθίων και. σε αναλογία ένας (1) εκπαιδευτικός ανά τριάντα (30) μαθητές. Για τις εκδρομές με προορισμό το εξωτερικό η αναλογία ορίζεται σε έναν (1) εκπαιδευτικό ανά είκοσι (20) μαθητές, α.γ) Η ημερομηνία αναχώρησης και επιστροφής, α.δ) Ο τόπος όπου θα πραγματοποιηθεί η εκδρομή, α.ε) Κάθε άλλη λεπτομέρεια προγραμματισμού της εκδρομής, ώστε να επιτυγχάνεται τόσο ο σκοπός της, που είναι εκπαιδευτικός και μορφωτικός, όσο και η ασφαλής μετακίνηση των . μαθητών, β. Συμμετοχή στην εκδρομή των 3/4 του αριθμού των μαθητών της τάξης ή του σχολείου ... γ. Υποβολή στο Διευθυντή του σχολείου υπεύθυνων δηλώσεων από τους κηδεμόνες των μαθητών, μέσα σε οριζόμενη από το Διευθυντή του σχολείου προθεσμία, με τις οποίες εγκρίνουν τη συμμετοχή των παιδιών τους στην εκδρομή, αφού προηγουμένως έχουν ενημερωθεί εγγράφως για το πρόγραμμα της εκδρομής και τις υποχρεώσεις των μαθητών ... . δ. Έγκριση από το Διευθυντή της Διεύθυνσης ή τον Προϊστάμενο του Γραφείου Δ.Ε. για τις εντός του νομού εκδρομές και το Νομάρχη της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης για τις υπόλοιπες περιπτώσεις των εκδρομών, πού πραγματοποιούνται τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό." ε. Για να χορηγηθεί η έγκριση της εκδρομής πρέπει να πληρούνται όλες οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις και γι" αυτό κάθε σχολείο υποβάλλει έγκαιρα στα αρμόδια εγκριτικά όργανα τα εξής: ε.α) Ακριβές αντίγραφο τής απόφασης του Συλλόγου των Διδασκόντων Καθηγητών, εβ) Βεβαίωση του Διευθυντή του σχολείου ότι συμπληρώνεται ο προβλεπόμενος αριθμός συμμετοχής των μαθητών βάσει των υπεύθυνων δηλώσεων των κηδεμόνων.....". Και τέλος στο άρθρο 4 αυτής, με τίτλο "Οργάνωση εκπαιδευτικών εκδρομών" και ότι: "1. Οι εκπαιδευτικές εκδρομές οργανώνονται από το σχολείο υπό την ευθύνη του Διευθυντή ... 8. Για την ασφαλή μετακίνηση των μαθητών, η εκκίνηση των εκδρομών θα γίνεται από το χώρο του σχολείου, δε θα πραγματοποιείται πριν από τις 6 πμ ... Επίσης, κάθε είδους μετακίνηση των μαθητών στον τόπο διαμονής τους κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησης των εκδρομών θα γίνεται σε χρόνο σύμφωνο με το εγκεκριμένο πρόγραμμα της εκδρομής. 9. Πριν από την αναχώρηση ο Διευθυντής του σχολείου σε συνεργασία με τον αρχηγό της εκδρομής και τους συνοδούς καθηγητές τονίζει στους μαθητές την ανάγκη για τη σχολαστική τήρηση του προγράμματος της εκδρομής και την υποδειγματική συμπεριφορά τους, έτσι ώστε να επιτευχθούν η ασφαλής μετακίνηση, διαμονή και ψυχαγωγία, καθώς και οι εκπαιδευτικοί στόχοι σε όλη τη διάρκεια της εκδρομής ... 11. Η τήρηση του προγράμματος της εκδρομής καθώς και η ασφάλεια των μαθητών σε όλη τη διάρκεια της μετακίνησης, από την αναχώρηση μέχρι και την επιστροφή τους, αποτελεί ευθύνη του αρχηγού της εκδρομής και των συνοδών εκπαιδευτικών ... 12. Οι χώροι που επιλέγονται για τη διαμονή, εστίαση και ψυχαγωγία των μαθητών πρέπει να διαθέτουν νόμιμη άδεια λειτουργίας και να πληρούν τους όρους ασφάλειας και υγιεινής".

Από τις διατάξεις αυτές και τις σχετικές εγκυκλίους της Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, δεν προσδιορίζονται μεν ειδικώς οι υποχρεώσεις των συνοδών καθηγητών σε σχολικούς περιπάτους και σχολικές εκδρομές, προκύπτει, όμως, από αυτές ότι οι συνοδοί καθηγητές είναι επιφορτισμένοι με την επιτήρηση των μαθητών προκειμένου η συμπεριφορά των τελευταίων να μη δημιουργεί προβλήματα στους ίδιους, σε τρίτους και στο περιβάλλον. Η επιμελής επιτήρηση και συνεχής επίβλεψη των μαθητών κατά τη διάρκεια του περιπάτου και της εκδρομής επιβάλλει στους συνοδούς καθηγητές να παρατηρούν συνεχώς τους μαθητές, να απευθύνουν σ’ αυτούς συστάσεις και συμβουλές, να τους καθοδηγούν και να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο και ανάλογο με τις περιστάσεις μέτρο για την ασφάλειά τους και την ομαλή διεξαγωγή της εκδρομής. Τέλος, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά τα λόγο της αμέλειας που επιδείχτηκε από αυτό και εφ’ όσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (ΑΠ 36/16, ΑΠ 230/15, 1288/2017).

Address

Peristérion

Opening Hours

Monday 09:00 - 15:00
17:00 - 19:00
Tuesday 09:00 - 15:00
17:00 - 19:00
Wednesday 09:00 - 15:00
17:00 - 19:00
Thursday 09:00 - 15:00
17:00 - 19:00
Friday 09:00 - 15:00

Telephone

+302155304867

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when nomocultus.gr posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Share