10/07/2025
ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ DOVALUE ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΤΟΥ Ν.128/75-ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΚΡΙΝΕ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΜΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΕ ΤΟΝ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ ΑΠΟ ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ ΒΛΑΒΗ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο το 2023, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της Αιτούσας:…………….., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεοδώρας Μαζαράκη.
Της Καθ'ης η Αίτηση : Της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «do Value Greece ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρεία «EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" με έδρα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003.
Η αιτούσα με την από 14-9-2023 και με αριθ. καταθ. ΕΑΚ …………αίτησή αναστολής, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ζήτησε όσα περιέχονται σ' αυτήν. Για την προκείμενη συζήτηση της αιτήσεως και μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου εκθέματος, το Δικαστήριο, αφού άκουσε όσα αναφέρθηκαν κατά τη συζήτηση.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, επιβάλλεται εισφορά σε βάρος κάθε είδους πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα, η οποία μετά την 1/5/2003 ανέρχεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 3152/2003 σε ποσοστό 0,60% ετησίως επί του ετήσιου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων από αυτά δανείων πάσης φύσεως ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων των πιστώσεων προς τις τράπεζες και το δημόσιο. Ωστόσο, είναι δυνατή η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς στον δανειολήπτη με σχετική συμφωνία, βάσει της αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, καθώς τούτο δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 ούτε απαγορεύεται από άλλη διάταξη (ΑΠ 430/2005, ΕλλΔνη 2005.802, ΕφΑθ 1558/2007, ΕλλΔνη 2007.902). Όμως, ο ανατοκισμός της εισφοράς αυτής δεν είναι νόμιμος, διότι, τόσο κατά το προϊσχύσαν (άρ. 8 περ. 6 του ν. 1983/1980 σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής), όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (άρ. 12 ν. 2601/1998, άρ. 30 και 47 ν. 2789/2000, άρ. 42 ν. 3259/2004 και άρ. 39 του ν. 3259/2004), ο ανατοκισμός επιτρέπεται μόνο επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι επί φόρων προμηθειών ή άλλων εισφορών (ΑΠ 1782/2002, ΕλλΔνη 2002.1430, ΕφΛαμ 124/2007, Αρμ 2007.1190, ΜΠΘεσσαλ 8817/2015 ΕΦΑΔ 2/2016, 178, ΠΠρΚερκ 664/2015 Αρμ 2015.2099, ΜΠΝάξου 18/2014 αδημ., ΜΠΑ 2461/2009, ΜΠΑ 7630/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 628 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των απαιτούμενων προϋποθέσεων για την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι και το εκκαθαρισμένο της απαίτησης την οποία επιδικάζει, υπό την έννοια ότι το ακριβές ύψος της (όταν πρόκειται για χρηματική απαίτηση) προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα. Η τυχόν ενσωμάτωση σε αυτήν μη οφειλόμενων κονδυλίων αναιρεί το εκκαθαρισμένο αυτής, όταν από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των ποσών αυτών και η ανεύρεση του πραγματικού ύψους της, οπότε στην περίπτωση αυτή η τυχόν εκδοθείσα διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου (ΕιρΑθ 1324/2009, Αρμ 2010.1369).
Η αιτούσα, με την κρινόμενη αίτησή της, ζητεί να διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της υπ’ αριθμ. ……..Διαταγής Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών καθώς και της από ………..επιταγής προς πληρωμή ευρισκόμενης κάτωθι αντιγράφου Α΄ εκτελεστού απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 10-7-2023 και με αριθ. ΕΑΚ ………….ανακοπής της, την οποία ισχυρίζεται ότι άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, διότι αφενός πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της και αφετέρου θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την εκτέλεση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Τέλος, ζητεί να καταδικασθεί η καθ’ ης στη δικαστική της δαπάνη. Η κρινόμενη αίτηση, παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου τούτου Δικαστηρίου, κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1 και 3, 686 επ. ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος για την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης, διότι σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του Ν. 4194/2013, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 4238/2014 ΦΕΚ Α 33/11-02-2014, σε αίτηση χορήγησης αναστολής εκτέλεσης δικαστικά έξοδα επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος και υπέρ του καθ' ου, εφόσον βέβαια ο τελευταίος υποβάλλει, κατ' άρθρο 1915 2 ΚΠολΔ, σχετικό αίτημα. Δεδομένου δε, ότι η ανακοπή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (καθώς η ανακοπή επιδόθηκε στην καθίης την 18-7-2023, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ………….έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ενώ η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής κοινοποιήθηκε στην αιτούσα στις 30-8-2023, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή) πρέπει η ένδικη αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, πιθανολογήθηκε ότι θα ευδοκιμήσει ο έκτος λόγος της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού με τον οποίο η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η καθ' ης ανατάκιζε παράνομα την εισφορά του Ν. 128/1975. Πράγματι, πιθανολογήθηκε ότι η καθ' ης χρέωσε το λογαριασμό που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της υπ' αριθμ. ……….. σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, που συνήψε με την αιτούσα και το συνοφειλέτη (μη διάδικο), με τόκους που υπολογίστηκαν με επιτόκιο (συμβατικό και υπερημερίας) στο οποίο είχε ενσωματωθεί και το ποσοστό εισφοράς του Ν. 128/1975 (0,0%), όπως τούτο προκύπτει από τα οριζόμενα στα άρθρα 7 (Τόκος υπερημερίας-Ανατοκισμός) και 15 (Επιτόκιο δανείου) της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο η καθ' ης τράπεζα εφάρμοζε ανατοκισμό των σε καθυστέρηση τόκων οποιασδήποτε μορφής (αποτελούμενων και από την εισφορά του Ν. 128/1975). Και ναι μεν η έμμεση μετακύλιση της ανωτέρω εισφοράς από την καθ' ης (τράπεζα) στην αιτούσα δεν αντίκειται στο άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου (βλ. ΑΠ 430/2005 ό.π., ΕφΑθ 1558/2007 ΕλλΔνη 2007.902), στο βαθμό που το ποσοστό αυτής είχε προσδιοριστεί στη σύμβαση και είχε γίνει αναφορά για τη χρέωσή της στον οφειλέτη, ωστόσο, δεν είναι νόμιμος ο ανατοκισμός της και τούτο διότι, ως αναφέρθηκε στην ανωτέρω νομική
Σκέψη, επιτρέπεται ανατοκισμός μόνον των καθυστερούμενων τόκων και όχι των φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών. Έτσι, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στον τηρηθέντα για την επίδικη σύμβαση λογαριασμό ποσών, η προσβαλλόμενη διαταγή είναι άκυρη, κατά το μέρος που επιδίκασε στην καθ’ ης απαίτηση που δεν γεννήθηκε ποτέ. Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα του συνόλου της απαίτησης, αφού στα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν είναι δυνατός, λόγω του είδους της εγγραφής, ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών και ο προσδιορισμός του πραγματικού ποσού της απαίτησης της καθ’ ης, με συνέπεια, η απαίτηση της καθ’ ης, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, να καθίσταται ανεκκαθάριστη, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 624 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού πιθανολογήθηκε η ευδοκίμηση του ανωτέρω λόγου της ανακοπής (παρέλκει δε για το λόγο αυτή η εξέταση των λοιπών λόγων της), ενώ περαιτέρω, πιθανολογείται ότι η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής σε βάρος περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας θα επιφέρει σε αυτήν ανεπανόρθωτη βλάβη, πρέπει η ένδικη αίτηση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ανασταλεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης, κατόπιν αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αιτούσας (άρθρο 84 παρ. 2 τελευταίο εδάφια του Ν. 4194/2013, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 4236/2014), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. ………..Διαταγής Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 10-7-2023 και με αριθ. …………ανακοπής της αιτούσας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εκατό πενήντα (150) ευρώ.