Δικηγορικό Γραφείο - Ηρώ Σ. Ζυγούρα

Δικηγορικό Γραφείο - Ηρώ Σ. Ζυγούρα Το δικηγορικό γραφείο Ηρώ Σ. Ζυγούρα παρέχει νομικές υπηρεσίες, με έμφαση στο Ποινικό Δίκαιο.

07/04/2026

AΠ 100/2026 (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα):

"Εξάλλου κατά την εφαρμοσθείσα στην προκειμένη υπόθεση, διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 στοιχ. γ` του ίδιου Νόμου, 1. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή 50.000 - 500.000 ευρώ τιμωρείται όποιος τελεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και 21 παρ. 1 α` και είναι υπότροπος, υπότροπος δε, κατά την αυθεντική ερμηνεία της διάταξης, θεωρείται όποιος, χωρίς να έχει κριθεί εξαρτημένος, έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία. Με το νέο ΠΚ, που άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 [άρθρο δεύτερο του ν. 4619/2019 και άρθρο 460 νέου ΠΚ], καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 88-89 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, που αναφέρονταν στους υπότροπους εγκληματίες για τους οποίους προβλεπόταν βαρύτερη μεταχείριση. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019, με τον οποίο κυρώθηκε ο νέος ΠΚ καταργήθηκαν ως απολύτως απαρχαιωμένες οι ως άνω διατάξεις, διότι αφενός δεν εφαρμόζονται κατά κανόνα από τη νομολογία και αφετέρου διαθέτουν αμφίβολης αξίας νομιμοποιητικό θεμέλιο, και ειδικότερα διότι Μόνη η προηγούμενη επιβολή ποινής ουδόλως μπορεί να δικαιολογήσει την αύξηση της ποινής για το νέο έγκλημα. Συγκεκριμένα προβάλλεται, μεταξύ άλλων, το άτοπο του συνδυασμού ενός χαμηλού βαθμού ενοχής με την υψηλή ειδικοπροληπτική λειτουργία του θεσμού, η μάλλον σχηματική παρά ρεαλιστική αντίληψη για την προειδοποιητική λειτουργία της προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης, η αναποτελεσματικότητα του θεσμού και κυρίως η μέσω αυτού παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της δίκαιης μεταχείρισης του υπαιτίου, αφού με βάση τις σχετικές διατάξεις, ο υπαίτιος τιμωρείται καθ` υπέρβαση του βαθμού της ενοχής του για το έγκλημα που έχει τελέσει". Παράλληλα, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ. 5 του νέου ΠΚ Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η κατάργηση των διατάξεων της υποτροπής, που προέβλεπαν ως συνέπεια της υποτροπής την επιβάρυνση της ποινής, επεκτείνεται και στον ειδικό νόμο 4139/2013, καθόσον και στην περίπτωση διάπραξης της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών από υπότροπο συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, ενόψει του ότι με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2γ` προβλέπεται επαύξηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 20 ποινής, ως συνέπεια της υποτροπής. Επομένως, από 1-7-2019 που άρχισε να ισχύει ο νέος ΠΚ, δεν συγκροτείται πλέον η διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από υπότροπο και ο ως άνω δράστης τιμωρείται κατά τη βασική διάταξη του άρθρου 20 του ν. 4139/2013 [ΑΠ 217/2025, ΑΠ 809/2023, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 1354/2022, ΑΠ 808/2020]...

Περαιτέρω, όμως, παρότι ήδη από την 1-7-2019 είχε καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 περ. γ` του Ν. 4139/2013, η οποία κατά τα προαναφερθέντα προέβλεπε επιβάρυνση της προβλεπόμενης στο άρθρο 20 του ίδιου νόμου ποινής, ως συνέπεια της υποτροπής, το ανωτέρω Δικαστήριο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της καλλιέργειας δενδρυλλίων κάνναβης, κατοχής, παραγωγής και εκχύλισης ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανή και ως υπότροπο, κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ. 2 περ. γ` του Ν. 4139/2013, καθώς έχει αμετάκλητα καταδικαστεί, κατά τη προηγούμενη δεκαετία, με τις υπ` αριθ. ..../2015 και ..../2015 αμετάκλητες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης και του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, αντίστοιχα, για το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθως, καθόρισε για την παραπάνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη, ως πλαίσιο ποινής το προβλεπόμενο από το άρθρο 30 παρ. 4 περ. δ` του Ν.4139/2013, δηλαδή κάθειρξη μέχρι δέκα [10] ετών, εντός του οποίου στη συνέχεια προέβη στην επιμέτρηση της ποινής και του επέβαλε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, αντί να τον κρίνει ένοχο της άνω πράξης του άρθρου 20 του ίδιου νόμου, ως τοξικομανή και, ακολούθως, να καθορίσει ως πλαίσιο ποινής το προβλεπόμενο από το άρθρο 30 παρ. 1 περ. β` του Ν. 4139/2013, δηλαδή τη φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους εντός του οποίου έπρεπε να επιμετρήσει την επιβλητέα ποινή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι βάσιμος."

22/01/2026

ΑΠ 1314/2025 (ΣΤ' Ποινικό): Ηλικιακό όριο ποινικής ευθύνης ανηλίκων - Είναι ποινικά αδιάφορη η πράξη που τελείται από ανήλικο κάτω των 12 ετών – Αναίρεση απόφασης με την οποία ανήλικη καταδικάστηκε για συνέργεια σε απάτη.

"Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, κήρυξε ένοχη την πρώτη των ως άνω κατηγορουμένων Μ. Ε. του Ρ. για την αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε απάτη τελεσθείσα άπαξ και κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε στις 7 και 8/01/2021 στον Βόλο και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία με τον όρο μερικής ικανοποίησης της παθούσας, Α. Π. του Π., κατά το ποσόν των (2.300) ευρώ, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, και δη τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του ληξιαρχείου του δήμου Αθηνών προκύπτει ότι η Μ. Ε. του Ρ. έχει γεννηθεί στις ...-2010 και κατά το χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης (7 και 8/01/2021) ήταν ανήλικη κάτω των δώδεκα (12) ετών και, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, όφειλε το Δικαστήριο να κηρύξει ως προς αυτήν την ασκηθείσα σε βάρος της ποινική δίωξη ως μη γενομένη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 79 ΚΠΔ. Επομένως, το Δικαστήριο ως προς την εν λόγω κατηγορουμένη υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ'ΚΠΔ, καθόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα, η κατηγορουμένη αυτή τυγχάνει ανήλικη, κάτω των δώδεκα (12) ετών και η πράξη της αποτελεί αντικείμενο ενασχόλησης των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και όχι των ποινικών δικαστηρίων. Έτσι, κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την ως άνω ανήλικη Μ. Ε. του Ρ., σύμφωνα με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της υπέρβασης εξουσίας. Με αυτά τα δεδομένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που κήρυξε ένοχη την Μ. Ε. του Ρ. για την πράξη της συνέργειας σε απάτη τελεσθείσα άπαξ και κατ'εξακολούθηση, που τελέστηκε στις 7 και 8/01/2021, στον Βόλο Π.Ε. Μαγνησίας, και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία με τον όρο μερικής ικανοποίησης της παθούσας, Α. Π. του Π., κατά το ποσόν των (2.300) ευρώ, πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχήν ως βάσιμου του μοναδικού λόγου αναίρεσης της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου εκ του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 517 παρ. 2 ΚΠΔ το Δικαστήριο τούτο του Αρείου Πάγου πρέπει να κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα σε βάρος της ως άνω κατηγορουμένης ποινική δίωξη για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υπόθεσης ως προς αυτήν στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση."

Ευχόμαστε Καλά Χριστούγεννα!  Ας είναι το 2026 μια χρονιά γεμάτη χαρά, όμορφες στιγμές, επιτυχίες και υγεία!
23/12/2025

Ευχόμαστε Καλά Χριστούγεννα!
Ας είναι το 2026 μια χρονιά γεμάτη χαρά, όμορφες στιγμές, επιτυχίες και υγεία!

07/10/2025

ΟλΑΠ 4/2025: Παράνομη εισαγωγή και διακίνηση ποτών: Στοιχειοθετείται το αδίκημα της λαθρεμπορίας - Δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται στην καταδικαστική απόφαση αν τα αλκοολούχα ποτά είχαν εισαχθεί από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από χώρα εκτός αυτής.

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επέλυσε το ζήτημα που είχε τεθεί με την παραπεμπτική υπ’ αρ. 789/2024 απόφαση του δικαστηρίου, εάν με την εισαγωγή των περιγραφόμενων στο άρθρο 53 του Τελωνειακού Κώδικα προϊόντων, που υπόκεινται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης, από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς την καταβολή των τελών εισαγωγής, διαπράττεται λαθρεμπορία ή απλή τελωνειακή παράβαση, με το κάτωθι σκεπτικό:

Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π Κ και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε [5] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στις ...2016, ...2016, ...2016 και ...2016, στο ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση, προέβη σε πώληση εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνους, και ενώ η εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε.", της οποίας ήταν διαχειριστής, νόμιμος εκπρόσωπος και ομόρρυθμος εταίρος είχε ήδη προβεί σε παύση των εργασιών της στις ...2015, αυτός εξέδωσε τα υπ' αριθ. ...2016, ...2016, ...2016, ...2016, ...2016, ...2016 και ...2016 χειρόγραφα από το ίδιο αθεώρητο στέλεχος τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, που αντιστοιχούσαν σε πωλήσεις [σε συνέχεια παλαιοτέρων] 120, 120, 120, 120, 120, 120 και 60 φιαλών των 0,75 ml του αφρώδους οίνου αντίστοιχα, έναντι καθαρού αναγραφόμενου τιμήματος 4.00 ευρώ η φιάλη και έφεραν ετικέτες με ενδείξεις στην Ιταλική γλώσσα, προκειμένου να προσδώσει τελωνειακή νομιμοφάνεια στην κατοχή των εν λόγω εμπορευμάτων από την εταιρεία που εκπροσωπούσε και την αγοράστρια εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", περαιτέρω δε τα εν λόγω αλκοολούχα ποτά [780 φιάλες] είχαν εισαχθεί από το εξωτερικό, κατά το έτος 2016, χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες τελωνειακές διατυπώσεις από την αρμόδια τελωνειακή αρχή και χωρίς να καταβληθούν για αυτά οι αναλογούσες φορολογικές επιβαρύνσεις και ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.135,43 ευρώ, γεγονός που γνώριζε".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατά τα άρθρα 119 παρ.1 και 4 και 119 Α παρ. 2 του ν. 2960/2001, "παρατυπίας", η οποία τελέσθηκε από τον κατηγορούμενο με τον τρόπο που αναλυτικά περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σκοπό τη μη καταβολή των φόρων και ειδικότερα του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα αλκοολούχα ποτά και των λοιπών επιβαρύνσεων, το οποίο (έγκλημα) κατά ρητή παραπομπή του άρθρου 119 Α παρ. 2 του ίδιου νόμου 2960/2001, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ποινικώς ως λαθρεμπορία και για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, (β) τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και (γ) τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 119 παρ. 1 και 4, 119 Α παρ. 2, 155 παρ. 1 β και 2 περ. ζ' και 157 του Ν. 2960/2001, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθότι δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται αν οι ποσότητες αλκοολούχων ποτών για την κατοχή των οποίων καταδικάστηκε, είχαν εισαχθεί από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από χώρα εκτός αυτής. Τούτο διότι σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η διακίνηση των εν λόγω ποσοτήτων αλκοολούχων ποτών, που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης (άρθρα 53 και 54 του ν. 2960/2001) από οποιοδήποτε κράτος μέλος της EE και αν προέρχονταν, δεν περατώθηκε με κανονικό τρόπο, αφού είχαν διακινηθεί στο εσωτερικό της χώρας χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2960/2001, όπως ίσχυαν κατά την ένδικη χρονική περίοδο, ο δε κατηγορούμενος εν γνώσει της παρατυπίας τις κατείχε στην Ελλάδα με σκοπό τη διαφυγή της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και ειδικότερα του ειδικού φόρου κατανάλωσης και των λοιπών επιβαρύνσεων.

26/06/2025

ΑΠ 1550/2024: Νόμιμη απόρριψη αιτήματος αναβολής λόγω ασθένειας κατηγορουμένου.

Νόμιμη κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο η απόρριψη αιτήματος αναβολής λόγω κωλύματος του κατηγορουμένου, για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε ιατρική βεβαίωση που πιστοποιούσε την ασθένεια αυτού.Πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, δια εμφανισθείσας ως αγγέλου δικηγόρου, ζήτησε την αναβολή της δίκης επικαλούμενος σοβαρό λόγο υγείας. Προς επίρρωση του ισχυρισμού, προσκομίσθηκε ιατρική γνωμάτευση, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος βρέθηκε να πάσχει από συμπτώματα οξείας γαστρεντερίτιδας και του δόθηκαν οδηγίες για κατ' οίκον νοσηλεία επί τρεις μέρες.Το δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε το αίτημα παρελκυστικό και το απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Σύμφωνα με το σκεπτικό, το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η ασθένεια που προέβαλε ο κατηγορούμενος είναι τέτοια, που τον εμποδίζει να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, κρίνοντας, συνεπώς, ότι δεν αποτελεί σημαντικό αίτιο που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης. Το δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη του ότι επέκειτο κίνδυνος παραγραφής του αδικήματος. Κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στην απορριπτική του αιτήματος κρίση, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε την δήλωση της ως αγγέλου εμφανισθείσας δικηγόρου, η οποία ανακοίνωσε στο Δικαστήριο το κώλυμα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, που ήταν μαζί με την ιατρική γνωμάτευση τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία (μέσα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει στην απόφασή του, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, με νομικές σκέψεις, που αιτιολογούν την δικανική του πεποίθηση, κρίθηκε δε ότι ο προβαλλόμενος λόγος είναι παρελκυστικός και δεν αποτελεί βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης λόγω σημαντικού αιτίου (ασθένειας) στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Το ανώτατο δικαστήριο επεσήμανε ότι η επίκληση του κινδύνου της παραγραφής, δεν ήταν αποκλειστική για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, καθώς και ότι το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στο αιτιολογικό τον κύριο λόγο που δεν ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως και απέρριψε το σχετικό αίτημα αναβολής. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας ότι το σχετικό αίτημα είναι παρελκυστικό (αυτονοήτως κατά τη στιγμή που υποβλήθηκε και όχι σε συνάρτηση με το εάν είχε ή δεν είχε υποβληθεί ξανά κατά το παρελθόν) και ότι δεν συντρέχει βάσιμος λόγος αναβολής, δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η δίκη, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, διεκόπη για την επόμενη ημέρα, οπότε και απορρίφθηκε η έφεση του εν λόγω κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, εν όψει του ότι αυτός δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά την ημέρα αυτή.

13/03/2025

ΑΠ 956/2023 (Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ): Μη αιτιολογημένη απόρριψη ελαφρυντικού - Δεν αιτιολογείται γιατί η επί 11 έτη μετά την πράξη θετική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δεν είναι δηλωτική της μεταστροφής του χαρακτήρα του και της αρμονικής συμβίωσής του στην κοινωνία.

"Το Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση, αυτή του 84 παρ. 2ε του ΠΚ, για να στοιχειοθετηθεί πρέπει αφενός μεν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση του αδικήματος, αφετέρου δε η συμπεριφορά του να είναι καλή. Η καλή όμως συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας, αλλά προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης (ακολουθεί παράθεση νομολογίας ΑΠ ).Επίσης για το ορισμένο αυτού του ισχυρισμού του δράστη, είτε κρατουμένου, είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς. Ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε στοιχεία που αποτελούν χαρακτηριστικά της συνήθους συμπεριφοράς κάθε μέσου νομοταγούς πολίτη διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας δηλαδή επικαλέστηκε την επί μακρόν διαβίωση του εντολέως του στην Ελλάδα μαζί με την σύντροφό του, την επαγγελματική του δραστηριότητα στο χώρο των συνεργείων καθαρισμού, την απόκτηση ακίνητης περιουσίας, το ότι είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του και έχει λευκό ποινικό μητρώο και όχι, ως όφειλε, εκείνα τα θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξεώς του στοιχεία, τα οποία σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη θα συνηγορούσαν στην παραδοχή του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα, ότι αυτοτελής ισχυρισμός του ως προς το σκέλος της αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ(νόμος 4619/2019) πρέπει να απορριφθεί.".

Σε σχέση με την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς( άρθρο 84 παρ.2ε ΠΚ), που ήταν σαφής και ορισμένος, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, ενόψει του ότι δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η επί έντεκα περίπου έτη μετά την πράξη του περιγραφόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, υπηκόου Βουλγαρίας και συγκεκριμένα ότι ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, έχει αναπτύξει επιτυχή επαγγελματική του δραστηριότητα στο χώρο των συνεργείων καθαρισμού με απασχόληση τριάντα πέντε ατόμων, έχει αποκτήσει ακίνητη περιουσία και είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του, δεν θεμελιώνει θετική δραστηριότητα για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ούτε περιλαμβάνει στη αιτιολογία της γιατί η ως άνω συμπεριφορά δεν είναι δηλωτική της μεταστροφής του χαρακτήρα του και της αρμονικής συμβίωσής του στην κοινωνία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ πέμπτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού είναι βάσιμος."

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων τιμώντας τη μνήμη των 57 νεκρών του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών και με αφορμ...
24/02/2025

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων τιμώντας τη μνήμη των 57 νεκρών του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών και με αφορμή τη συμπλήρωση 2 ετών από την εθνική τραγωδία, καλεί τα μέλη της να τηρήσουν ενός λεπτού σιγή κατά την έναρξη των συνεδριάσεων όλων των Δικαστηρίων, την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου καθώς και ωριαία διακοπή από 11.00 έως 12.00.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων τιμώντας τη μνήμη των 57 νεκρών του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών και με αφορμή τη συμπλήρωση 2 ετών από την εθνική τραγωδ....

30/12/2024
16/12/2024

01/2024 ΑΝΑΦ ΕΙΣΑΠ: "Η λειτουργική αρμοδιότητα των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (EDPs) για τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων και άσκηση ενδίκων μέσων επί υποθέσεων δικαιοδοσίας τους, επί των οποίων άσκησαν το κατά τα άρθρα 24-27 του Κανονισμού ΕΡΡΟ δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης."

" I. Σε σχέση με το εν θέματι ζήτημα της λειτουργικής αρμοδιότητας των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (European Delegated Prosecutors-EDPs) του Γραφείου μας, βάσει του ισχύοντος Κανονιστικού πλαισίου, θεωρούμε χρήσιμο προς ενημέρωσή σας και αποφυγή πιθανών παρερμηνειών ή άλλων νομικών αμφισβητήσεων επί υποθέσεων αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, επί των οποίων ασκείτε προανακριτικά καθήκοντα, να παράσχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις.

II. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (European Public Prosecutor’s Office-EPPO) αποτελεί το νέο δικαστικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αυτοτελή νομική προσωπικότητα. Συστήθηκε με τον «Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας» (ΚανΕΡΡΟ) και έχει ως αποστολή την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της Δικαιοσύνης των δραστών αξιόποινων πράξεων οι οποίες θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, ιδίως δε εγκλημάτων απάτης μεγάλης κλίμακας, καθώς και διασυνοριακού ή οργανωμένου χαρακτήρα. Για τον σκοπό αυτό, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διενεργεί έρευνες, εκτελεί πράξεις δίωξης και ασκεί εισαγγελικά καθήκοντα στα αρμόδια Δικαστήρια των κρατών μελών έως την οριστική περάτωση της υπόθεσης (άρθρο 4 ΚανΕΡΡΟ). Σχηματικά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαρθρώνεται σε κεντρικό (Συλλογικό Όργανο, Μόνιμα Τμήματα, Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας και Αναπληρωτές του, Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, Διοικητικός Διευθυντής) και σε αποκεντρωμένο επίπεδο (Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς). Καθένας από αυτούς τους φορείς έχει διακριτό ρόλο.

Επιχειρησιακός ρόλος προβλέπεται για τα Μόνιμα Τμήματα, τους Ευρωπαίους Εισαγγελείς και τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς.

i) Ειδικότερα, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς (εφεξής Ε.Ε.Ε.), με βάση τα παραπάνω αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αποκεντρωμένο στα Κράτη-Μέλη, ενώ παράλληλα παραμένουν ενσωματωμένοι στις εθνικές εισαγγελικές δομές και είναι εν ενεργεία μέλη της εθνικής Εισαγγελικής Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 8, την παρ. 2 του άρθρου 17 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 96 του Κανονισμού 2017/1939 (L 283) και άρθρο 7 του εφαρμοστικού Νόμου 4786/2021 (ΦΕΚ Α`43/23.3.2021).

ii) Με την ιδιότητα αυτή ενεργούν για λογαριασμό και εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και έχουν τις ίδιες, κατά περίπτωση, εξουσίες με τους εθνικούς Εισαγγελείς, όταν ασκούν τις προβλεπόμενες στον ανωτέρω Κανονισμό αρμοδιότητές τους σχετικά με το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης, την κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση διασυνοριακής ή μη έρευνας, την άσκηση ποινικής δίωξης, την παραπομπή υπόθεσης στο δικαστήριο, την παράσταση κατά την εκδίκαση στο ακροατήριο και την άσκηση ενδίκου μέσου κατά το εθνικό δίκαιο. Είναι υπεύθυνοι για τις έρευνες και τις διώξεις που έχουν κινήσει ή τους έχουν ανατεθεί ή έχουν αναλάβει [άρθρα 25, 26 και 27 ΚανΕΡΡΟ], ενώ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ακολουθούν τις γενικές και ειδικές κατευθύνσεις, οδηγίες και εντολές, κατά περίπτωση, του Συλλογικού Οργάνου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, του Μόνιμου Τμήματος αυτής που έχει αναλάβει την υπόθεση και του εποπτεύοντος Ευρωπαίου Εισαγγελέα, (άρθρ. 7 εδαφ.β-γ). Επιπλέον, αναφέρουν σε εκείνους όλες τις κρίσιμες εξελίξεις στις υποθέσεις της ευθύνης τους, ώστε να ληφθούν οι κατάλληλες αποφάσεις σε κεντρικό επίπεδο, όσον αφορά στην πρόοδο ή στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης ή στη διαβίβασή της στις εθνικές αρχές, [βλ. άρθρο 13 παρ. 1 ΚανΕΡΡΟ, Δ. Ζημιανίτη, Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η τρέχουσα κατάσταση και οι επί θύραις προκλήσεις, Ποινική Δικαιοσύνη, 2 (2021), σελ. 290, του ιδίου, Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία: Ίδρυση, δομή και διαδικαστικό αποτύπωμα στην εθνική ποινική-δικονομική τάξη, ΠοινΧρ ΟΒ/2022, σελ. 3 επ.].

iii) Ως προς την κατά τόπον αρμοδιότητα των Ε.Ε.Ε., αυτή εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια. Οι ποινικές υποθέσεις εισάγονται στα αρμόδια κατά περίπτωση δικαστικά συμβούλια και δικαστήρια πρώτου και δεύτερου βαθμού της Αθήνας και στον Άρειο Πάγο. Για την άσκηση δε των αρμοδιοτήτων του ανακριτή, παραγγέλλεται αποκλειστικά ο ανακριτής που έχει οριστεί για αυτό από την Ολομέλεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, (άρθρ.16 παρ.1 Ν.4786/2021, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 παρ.1 Ν.5026/2023, ΦΕΚ A 45/28.02.2023).

iv) Σε σχέση με τη λειτουργική αρμοδιότητα των Ε.Ε.Ε., ως προς τα αδικήματα της αρμοδιότητάς τους σύμφωνα με τον Ν. 4689/2020 (Α’103) και πέραν των εξουσιών των εθνικών εισαγγελέων ως προς την έρευνα και τη δίωξη, ρητά προβλέπεται με την προσθήκη του άρθρου 16Α στον Ν. 4786/2021 με το άρθρο 49 παρ.2 Ν.5026/2023,(ΦΕΚ A 45/28.02.2023), ότι ασκούν και όλες τις εξουσίες διενέργειας ανακριτικών πράξεων του ανακριτή, εκτός από αυτές που αφορούν στη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου και την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού, σύμφωνα με τα άρθρα 282, 283, 284 και 286 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠοινΔ). Έτσι παραμένουν στην αρμοδιότητα του ανακριτή, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο υψηλός βαθμός θωράκισης των δικονομικών εγγυήσεων, με την παρεμβολή του δικαστικού αυτού οργάνου, η λήψη μέτρων δικονομικού καταναγκασμού (όπως προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι) και η λήψη απολογίας του κατηγορουμένου [βλ. ΑιτΕκθ Ν. 5026/2023, Όλγα Τσόλκα, Το σύστημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και η ελληνική προσαρμογή σε αυτό με το Ν. 5023/2023, NOVA CRIMINALIA 18, σελ. 4, Γ. Ναζίρη, Ν. 5026/2023, άρθρα 48-57: Τροποποιήσεις-Προσθήκες σε Ν. 4786/2021 σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία]. Κατά τα λοιπά, τόσο ως προς το εύρος των ανακριτικών αρμοδιοτήτων των Ε.Ε.Ε., όσο και ως προς τα ανακριτικά τους καθήκοντα, αλλά και γενικότερα τους σκοπούς του ανακριτικού τους έργου, εξομοιώνονται πλήρως με όσα ισχύουν για τον ανακριτή, κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθόσον, έχουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από άρθρο 251 ΚΠοινΔ και την ευθύνη για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 239 ΚΠοινΔ. (παρ.1 ανωτέρω διάταξης). Διευκρινίζεται ακόμα με την παράγραφο 3 της ίδιας διάταξης, προς αποφυγή παρερμηνειών, ότι για τις υποθέσεις της αρμοδιότητάς τους, όπου στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή σε άλλες διατάξεις γίνεται αναφορά σε ανακριτικές πράξεις του ανακριτή, νοούνται οι πράξεις του Ευρωπαίου Εισαγγελέα ή του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα που ενεργεί την έρευνα (παρ.3).

Περαιτέρω, με την προσθήκη του άρθρου 16Β στον προδιαληφθέντα Ν. 4786/2021 (Α`43) με το άρθρο 50 Ν.5026/2023,(ΦΕΚ Α 45/28.02.2023), ρυθμίζεται ο τρόπος άσκησης της ποινικής δίωξης από τους Ε.Ε.Ε., και προβλέπεται ότι επί κακουργημάτων και συναφών πλημμελημάτων για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της, σύμφωνα με τα άρθρα 24, 25, 26 και 27 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, απευθύνεται παραγγελία προς τον ανακριτή μόνο για τη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου, ενώ αμέσως πιο κάτω επαναλαμβάνεται εμφαντικά, ότι : "...όλες οι ανακριτικές πράξεις ενεργούνται από τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, αυτοπροσώπως ή μέσω των ανακριτικών υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτούς, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939 (L 283)”.

Αξίζει, δε, να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι μολονότι δεν διακηρύσσεται ρητά στον Κανονισμό, η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει βασιστεί στο Εισαγγελικό Μοντέλο (Prosecutorial Model), το οποίο πλέον ακολουθούν οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, ο Εισαγγελέας βρίσκεται στο κέντρο της προδικασίας, έχει δε την εξουσία να αποφασίζει την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η έρευνα και να διευθύνει την αστυνομία και τις άλλες αρχές επιβολής του νόμου. Σύμφωνα δε με το ως άνω πρότυπο του «Εισαγγελικού Μοντέλου» καταγράφηκαν και οι αρμοδιότητες των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στον Κανονισμό, καθιστώντας αυτούς κυρίαρχους της προδικασίας στο αποκεντρωμένο επίπεδο, [βλ. Όλγα Τσόλκα, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία: Η ιστορία μιας ιδιότυπης "συμβίωσης" ενωσιακού και εσωτερικού ποινικού δικαίου εντός του χώρου της Ένωσης, σε Α. Πασσάς/Κ. Αρβανιτόπουλος/Μ. Κόππα (Επιμ.), Ελλάδα -Ευρωπαϊκή Ένωση: Μια σχέση "μέσα από σαράντα κύματα", εκδ. Πεδίο, 2021, σελ. 302-314 (310)].

III. Εξ όλων των ανωτέρω παρατιθέμενων διατάξεων, προκύπτει σαφώς, ότι οι Ε.Ε.Ε., κατά την άσκηση της ανακριτικής τους εξουσίας, ενεργούν όπως ακριβώς οι Ανακριτές του ΚΠοινΔ, και ασκούν όλες τις ανακριτικές πράξεις σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα, ενώ κατ’ εξαίρεση, παρέχεται η δυνατότητα στον ανακριτή, με τη σύμφωνη γνώμη του Εντεταλμένου Ευρωπαίου Εισαγγελέα και μόνο, να ασκήσει την αρμοδιότητα της παρ. 2 του άρθρου 248 ΚΠΔ, δηλαδή να επαναλάβει ανακριτικές πράξεις που έχουν ήδη διενεργηθεί από τον Εισαγγελέα, ή να διενεργήσει νέες, εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου (εδαφ. τελευταίο ανωτέρω διάταξης).

IV. Συνακολούθως, εφόσον μετά την παραπομπή της υπόθεσης στον ειδικό ανακριτή του άρθρου 16 του Ν. 4786/2021, ήθελε κριθεί από τον χειριζόμενο την δικογραφία Ε.Ε.Ε., ως αναγκαία και σκόπιμη η διενέργεια συμπληρωματικών ανακριτικών πράξεων για την ολοκλήρωση της υπόθεσης, όπως λ.χ. επί αυτοφώρων συλλήψεων που πρέπει να διερευνηθεί πιθανή συμμετοχή ετέρων προσώπων μη συλληφθέντων στις διωκόμενες αξιόποινες πράξεις και διευρυνθεί ούτω ο κύκλος των εμπλεκομένων προσώπων, ή θεωρείται σκόπιμη η περαιτέρω εξερεύνηση πειστηρίων, εξέταση ευρημάτων και ανάλυση και συσχέτιση ψηφιακών δεδομένων προς εξαγωγή τεκμηρίων και ασφαλών συμπερασμάτων, κ.λπ., χρησίμων για την εξεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, πρέπει να ζητηθεί από αυτόν(Ε.Ε.Ε,) η επιστροφή του φακέλου για να διενεργήσει ο ίδιος, ως μόνος αρμόδιος, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω των ανακριτικών υπαλλήλων, ως προελέχθη, όλες τις υπόλοιπες ανακριτικές πράξεις, και δεν μπορεί να αφεθεί στην κρίση του ειδικού Ανακριτή, μετακυλίοντας ούτω το βάρος της ανάκρισης σ` αυτόν, ο οποίος, ως προελέχθη, μόνον κατ` εξαίρεση ενεργεί, δηλ. επί μενονωμένων περιπτώσεων και κατόπιν σύμφωνης Γνώμης του πρώτου, και όχι επί του συνόλου των ανακριτικών πράξεων.

Ούτε δε με βάση την νέα αυτή νομοθετική πρόβλεψη, είναι νομικά δυνατή, πιθανή αντίρρηση του ανακριτή να ενδώσει στην παραγγελία επιστροφής της δικογραφίας στον Ε.Ε.Ε., προς διενέργεια περαιτέρω ανακριτικών πράξεων, με την εκδοχή, ότι τούτο ανήκει στη δική του αρμοδιότητα, και πρέπει αυτός να περαιώσει την εισαχθείσα υπόθεση, γιατί μια τέτοια άποψη, προσκρούει ευθέως στο γράμμα και νόημα των προδιαληφθεισών δικονομικών διατάξεων, καθόσον αφαιρεί, χωρίς νομικό έρεισμα, το ρητά θεσπισθέν δικαίωμα ανάκρισης του Ε.Ε.Ε. επί υποθέσεων αρμοδιότητάς του, κατά τα προλεχθέντα, παρεκτός του ότι, με το να προβεί ο ίδιος eo-ipso στην περαιτέρω διενέργεια όλων των υπολοίπων ανακριτικών πράξεων, ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος και ελλοχεύει κίνδυνος πρόκλησης απόλυτης ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας, για υπέρβαση εξουσίας, κ.λπ., με ό,τι αυτό συνεπάγεται εις βάρος της πορείας και της ομαλής εξέλιξης της υπόθεσης.

V. Ευνόητο είναι,ότι μετά το πέρας της διενεργηθείσας συμπληρωματικής ανάκρισης από μέρους του Ε.Ε.Ε., θα ακολουθηθεί οι από τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 10 παρα.3, 36 και 40 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939 και 16Γ Ν. 4786/2021, όπως τροπ. με άρθρ. 51 Ν. 5026/2023, προβλεπόμενη διαδικασία για τη νόμιμη περαίωση της δικογραφίας.

Ο Ευρωπαίος εντεταλμένος Εισαγγελέας

Διευθύνων τις εργασίες του Γραφείου των Ε.Ε.Ε

Λάμπρος Λ. Σοφουλάκης

Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου."

Address

Δαιδάλου 3
Levádeia
32100

Opening Hours

Monday 08:00 - 18:00
Tuesday 08:00 - 18:00
Wednesday 08:00 - 18:00
Thursday 08:00 - 18:00
Friday 08:00 - 15:00

Website

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Δικηγορικό Γραφείο - Ηρώ Σ. Ζυγούρα posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Practice

Send a message to Δικηγορικό Γραφείο - Ηρώ Σ. Ζυγούρα:

Share