16/12/2024
01/2024 ΑΝΑΦ ΕΙΣΑΠ: "Η λειτουργική αρμοδιότητα των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (EDPs) για τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων και άσκηση ενδίκων μέσων επί υποθέσεων δικαιοδοσίας τους, επί των οποίων άσκησαν το κατά τα άρθρα 24-27 του Κανονισμού ΕΡΡΟ δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης."
" I. Σε σχέση με το εν θέματι ζήτημα της λειτουργικής αρμοδιότητας των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (European Delegated Prosecutors-EDPs) του Γραφείου μας, βάσει του ισχύοντος Κανονιστικού πλαισίου, θεωρούμε χρήσιμο προς ενημέρωσή σας και αποφυγή πιθανών παρερμηνειών ή άλλων νομικών αμφισβητήσεων επί υποθέσεων αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, επί των οποίων ασκείτε προανακριτικά καθήκοντα, να παράσχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις.
II. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (European Public Prosecutor’s Office-EPPO) αποτελεί το νέο δικαστικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αυτοτελή νομική προσωπικότητα. Συστήθηκε με τον «Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας» (ΚανΕΡΡΟ) και έχει ως αποστολή την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της Δικαιοσύνης των δραστών αξιόποινων πράξεων οι οποίες θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, ιδίως δε εγκλημάτων απάτης μεγάλης κλίμακας, καθώς και διασυνοριακού ή οργανωμένου χαρακτήρα. Για τον σκοπό αυτό, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διενεργεί έρευνες, εκτελεί πράξεις δίωξης και ασκεί εισαγγελικά καθήκοντα στα αρμόδια Δικαστήρια των κρατών μελών έως την οριστική περάτωση της υπόθεσης (άρθρο 4 ΚανΕΡΡΟ). Σχηματικά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαρθρώνεται σε κεντρικό (Συλλογικό Όργανο, Μόνιμα Τμήματα, Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας και Αναπληρωτές του, Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, Διοικητικός Διευθυντής) και σε αποκεντρωμένο επίπεδο (Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς). Καθένας από αυτούς τους φορείς έχει διακριτό ρόλο.
Επιχειρησιακός ρόλος προβλέπεται για τα Μόνιμα Τμήματα, τους Ευρωπαίους Εισαγγελείς και τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς.
i) Ειδικότερα, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς (εφεξής Ε.Ε.Ε.), με βάση τα παραπάνω αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αποκεντρωμένο στα Κράτη-Μέλη, ενώ παράλληλα παραμένουν ενσωματωμένοι στις εθνικές εισαγγελικές δομές και είναι εν ενεργεία μέλη της εθνικής Εισαγγελικής Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 8, την παρ. 2 του άρθρου 17 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 96 του Κανονισμού 2017/1939 (L 283) και άρθρο 7 του εφαρμοστικού Νόμου 4786/2021 (ΦΕΚ Α`43/23.3.2021).
ii) Με την ιδιότητα αυτή ενεργούν για λογαριασμό και εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και έχουν τις ίδιες, κατά περίπτωση, εξουσίες με τους εθνικούς Εισαγγελείς, όταν ασκούν τις προβλεπόμενες στον ανωτέρω Κανονισμό αρμοδιότητές τους σχετικά με το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης, την κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση διασυνοριακής ή μη έρευνας, την άσκηση ποινικής δίωξης, την παραπομπή υπόθεσης στο δικαστήριο, την παράσταση κατά την εκδίκαση στο ακροατήριο και την άσκηση ενδίκου μέσου κατά το εθνικό δίκαιο. Είναι υπεύθυνοι για τις έρευνες και τις διώξεις που έχουν κινήσει ή τους έχουν ανατεθεί ή έχουν αναλάβει [άρθρα 25, 26 και 27 ΚανΕΡΡΟ], ενώ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ακολουθούν τις γενικές και ειδικές κατευθύνσεις, οδηγίες και εντολές, κατά περίπτωση, του Συλλογικού Οργάνου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, του Μόνιμου Τμήματος αυτής που έχει αναλάβει την υπόθεση και του εποπτεύοντος Ευρωπαίου Εισαγγελέα, (άρθρ. 7 εδαφ.β-γ). Επιπλέον, αναφέρουν σε εκείνους όλες τις κρίσιμες εξελίξεις στις υποθέσεις της ευθύνης τους, ώστε να ληφθούν οι κατάλληλες αποφάσεις σε κεντρικό επίπεδο, όσον αφορά στην πρόοδο ή στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης ή στη διαβίβασή της στις εθνικές αρχές, [βλ. άρθρο 13 παρ. 1 ΚανΕΡΡΟ, Δ. Ζημιανίτη, Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η τρέχουσα κατάσταση και οι επί θύραις προκλήσεις, Ποινική Δικαιοσύνη, 2 (2021), σελ. 290, του ιδίου, Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία: Ίδρυση, δομή και διαδικαστικό αποτύπωμα στην εθνική ποινική-δικονομική τάξη, ΠοινΧρ ΟΒ/2022, σελ. 3 επ.].
iii) Ως προς την κατά τόπον αρμοδιότητα των Ε.Ε.Ε., αυτή εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια. Οι ποινικές υποθέσεις εισάγονται στα αρμόδια κατά περίπτωση δικαστικά συμβούλια και δικαστήρια πρώτου και δεύτερου βαθμού της Αθήνας και στον Άρειο Πάγο. Για την άσκηση δε των αρμοδιοτήτων του ανακριτή, παραγγέλλεται αποκλειστικά ο ανακριτής που έχει οριστεί για αυτό από την Ολομέλεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, (άρθρ.16 παρ.1 Ν.4786/2021, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 παρ.1 Ν.5026/2023, ΦΕΚ A 45/28.02.2023).
iv) Σε σχέση με τη λειτουργική αρμοδιότητα των Ε.Ε.Ε., ως προς τα αδικήματα της αρμοδιότητάς τους σύμφωνα με τον Ν. 4689/2020 (Α’103) και πέραν των εξουσιών των εθνικών εισαγγελέων ως προς την έρευνα και τη δίωξη, ρητά προβλέπεται με την προσθήκη του άρθρου 16Α στον Ν. 4786/2021 με το άρθρο 49 παρ.2 Ν.5026/2023,(ΦΕΚ A 45/28.02.2023), ότι ασκούν και όλες τις εξουσίες διενέργειας ανακριτικών πράξεων του ανακριτή, εκτός από αυτές που αφορούν στη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου και την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού, σύμφωνα με τα άρθρα 282, 283, 284 και 286 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠοινΔ). Έτσι παραμένουν στην αρμοδιότητα του ανακριτή, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο υψηλός βαθμός θωράκισης των δικονομικών εγγυήσεων, με την παρεμβολή του δικαστικού αυτού οργάνου, η λήψη μέτρων δικονομικού καταναγκασμού (όπως προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι) και η λήψη απολογίας του κατηγορουμένου [βλ. ΑιτΕκθ Ν. 5026/2023, Όλγα Τσόλκα, Το σύστημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και η ελληνική προσαρμογή σε αυτό με το Ν. 5023/2023, NOVA CRIMINALIA 18, σελ. 4, Γ. Ναζίρη, Ν. 5026/2023, άρθρα 48-57: Τροποποιήσεις-Προσθήκες σε Ν. 4786/2021 σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία]. Κατά τα λοιπά, τόσο ως προς το εύρος των ανακριτικών αρμοδιοτήτων των Ε.Ε.Ε., όσο και ως προς τα ανακριτικά τους καθήκοντα, αλλά και γενικότερα τους σκοπούς του ανακριτικού τους έργου, εξομοιώνονται πλήρως με όσα ισχύουν για τον ανακριτή, κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθόσον, έχουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από άρθρο 251 ΚΠοινΔ και την ευθύνη για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 239 ΚΠοινΔ. (παρ.1 ανωτέρω διάταξης). Διευκρινίζεται ακόμα με την παράγραφο 3 της ίδιας διάταξης, προς αποφυγή παρερμηνειών, ότι για τις υποθέσεις της αρμοδιότητάς τους, όπου στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή σε άλλες διατάξεις γίνεται αναφορά σε ανακριτικές πράξεις του ανακριτή, νοούνται οι πράξεις του Ευρωπαίου Εισαγγελέα ή του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα που ενεργεί την έρευνα (παρ.3).
Περαιτέρω, με την προσθήκη του άρθρου 16Β στον προδιαληφθέντα Ν. 4786/2021 (Α`43) με το άρθρο 50 Ν.5026/2023,(ΦΕΚ Α 45/28.02.2023), ρυθμίζεται ο τρόπος άσκησης της ποινικής δίωξης από τους Ε.Ε.Ε., και προβλέπεται ότι επί κακουργημάτων και συναφών πλημμελημάτων για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της, σύμφωνα με τα άρθρα 24, 25, 26 και 27 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939, απευθύνεται παραγγελία προς τον ανακριτή μόνο για τη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου, ενώ αμέσως πιο κάτω επαναλαμβάνεται εμφαντικά, ότι : "...όλες οι ανακριτικές πράξεις ενεργούνται από τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, αυτοπροσώπως ή μέσω των ανακριτικών υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτούς, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939 (L 283)”.
Αξίζει, δε, να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι μολονότι δεν διακηρύσσεται ρητά στον Κανονισμό, η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει βασιστεί στο Εισαγγελικό Μοντέλο (Prosecutorial Model), το οποίο πλέον ακολουθούν οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, ο Εισαγγελέας βρίσκεται στο κέντρο της προδικασίας, έχει δε την εξουσία να αποφασίζει την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η έρευνα και να διευθύνει την αστυνομία και τις άλλες αρχές επιβολής του νόμου. Σύμφωνα δε με το ως άνω πρότυπο του «Εισαγγελικού Μοντέλου» καταγράφηκαν και οι αρμοδιότητες των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στον Κανονισμό, καθιστώντας αυτούς κυρίαρχους της προδικασίας στο αποκεντρωμένο επίπεδο, [βλ. Όλγα Τσόλκα, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία: Η ιστορία μιας ιδιότυπης "συμβίωσης" ενωσιακού και εσωτερικού ποινικού δικαίου εντός του χώρου της Ένωσης, σε Α. Πασσάς/Κ. Αρβανιτόπουλος/Μ. Κόππα (Επιμ.), Ελλάδα -Ευρωπαϊκή Ένωση: Μια σχέση "μέσα από σαράντα κύματα", εκδ. Πεδίο, 2021, σελ. 302-314 (310)].
III. Εξ όλων των ανωτέρω παρατιθέμενων διατάξεων, προκύπτει σαφώς, ότι οι Ε.Ε.Ε., κατά την άσκηση της ανακριτικής τους εξουσίας, ενεργούν όπως ακριβώς οι Ανακριτές του ΚΠοινΔ, και ασκούν όλες τις ανακριτικές πράξεις σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα, ενώ κατ’ εξαίρεση, παρέχεται η δυνατότητα στον ανακριτή, με τη σύμφωνη γνώμη του Εντεταλμένου Ευρωπαίου Εισαγγελέα και μόνο, να ασκήσει την αρμοδιότητα της παρ. 2 του άρθρου 248 ΚΠΔ, δηλαδή να επαναλάβει ανακριτικές πράξεις που έχουν ήδη διενεργηθεί από τον Εισαγγελέα, ή να διενεργήσει νέες, εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου (εδαφ. τελευταίο ανωτέρω διάταξης).
IV. Συνακολούθως, εφόσον μετά την παραπομπή της υπόθεσης στον ειδικό ανακριτή του άρθρου 16 του Ν. 4786/2021, ήθελε κριθεί από τον χειριζόμενο την δικογραφία Ε.Ε.Ε., ως αναγκαία και σκόπιμη η διενέργεια συμπληρωματικών ανακριτικών πράξεων για την ολοκλήρωση της υπόθεσης, όπως λ.χ. επί αυτοφώρων συλλήψεων που πρέπει να διερευνηθεί πιθανή συμμετοχή ετέρων προσώπων μη συλληφθέντων στις διωκόμενες αξιόποινες πράξεις και διευρυνθεί ούτω ο κύκλος των εμπλεκομένων προσώπων, ή θεωρείται σκόπιμη η περαιτέρω εξερεύνηση πειστηρίων, εξέταση ευρημάτων και ανάλυση και συσχέτιση ψηφιακών δεδομένων προς εξαγωγή τεκμηρίων και ασφαλών συμπερασμάτων, κ.λπ., χρησίμων για την εξεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, πρέπει να ζητηθεί από αυτόν(Ε.Ε.Ε,) η επιστροφή του φακέλου για να διενεργήσει ο ίδιος, ως μόνος αρμόδιος, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω των ανακριτικών υπαλλήλων, ως προελέχθη, όλες τις υπόλοιπες ανακριτικές πράξεις, και δεν μπορεί να αφεθεί στην κρίση του ειδικού Ανακριτή, μετακυλίοντας ούτω το βάρος της ανάκρισης σ` αυτόν, ο οποίος, ως προελέχθη, μόνον κατ` εξαίρεση ενεργεί, δηλ. επί μενονωμένων περιπτώσεων και κατόπιν σύμφωνης Γνώμης του πρώτου, και όχι επί του συνόλου των ανακριτικών πράξεων.
Ούτε δε με βάση την νέα αυτή νομοθετική πρόβλεψη, είναι νομικά δυνατή, πιθανή αντίρρηση του ανακριτή να ενδώσει στην παραγγελία επιστροφής της δικογραφίας στον Ε.Ε.Ε., προς διενέργεια περαιτέρω ανακριτικών πράξεων, με την εκδοχή, ότι τούτο ανήκει στη δική του αρμοδιότητα, και πρέπει αυτός να περαιώσει την εισαχθείσα υπόθεση, γιατί μια τέτοια άποψη, προσκρούει ευθέως στο γράμμα και νόημα των προδιαληφθεισών δικονομικών διατάξεων, καθόσον αφαιρεί, χωρίς νομικό έρεισμα, το ρητά θεσπισθέν δικαίωμα ανάκρισης του Ε.Ε.Ε. επί υποθέσεων αρμοδιότητάς του, κατά τα προλεχθέντα, παρεκτός του ότι, με το να προβεί ο ίδιος eo-ipso στην περαιτέρω διενέργεια όλων των υπολοίπων ανακριτικών πράξεων, ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος και ελλοχεύει κίνδυνος πρόκλησης απόλυτης ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας, για υπέρβαση εξουσίας, κ.λπ., με ό,τι αυτό συνεπάγεται εις βάρος της πορείας και της ομαλής εξέλιξης της υπόθεσης.
V. Ευνόητο είναι,ότι μετά το πέρας της διενεργηθείσας συμπληρωματικής ανάκρισης από μέρους του Ε.Ε.Ε., θα ακολουθηθεί οι από τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 10 παρα.3, 36 και 40 του Κανονισμού ΕΕ 2017/1939 και 16Γ Ν. 4786/2021, όπως τροπ. με άρθρ. 51 Ν. 5026/2023, προβλεπόμενη διαδικασία για τη νόμιμη περαίωση της δικογραφίας.
Ο Ευρωπαίος εντεταλμένος Εισαγγελέας
Διευθύνων τις εργασίες του Γραφείου των Ε.Ε.Ε
Λάμπρος Λ. Σοφουλάκης
Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου."