14/07/2016
Αποχή των δικηγόρων - Κρίσεις επ’ αυτής του ΣτΕ
Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), σε Ολομέλεια, έκρινε, με τις υπ’ αριθμ. 1466/2016 και 1467/2016 αποφάσεις του, επί δύο αιτήσεων ακυρώσεως, που υπεβλήθησαν από δικηγόρους, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ακύρωσε τις αποφάσεις περί αποχής του Διοικητικού Συμβουλίου του τελευταίου, με το σκεπτικό ότι «...ο συνολικός χρόνος αποχής, ο οποίος [...] είναι μεγαλύτερος των τεσσάρων μηνών, έχει υπερβεί κατά πολύ τον επιτρεπόμενο [...] βραχύ χρόνο αποχής· και τούτο ανεξαρτήτως του προεκτεθέντος περιοριστικού πλαισίου διενέργειας διαδικαστικών πράξεων κατά τη διάρκεια της αποχής.».
Ως προς την κρίση του αυτή, το ΣτΕ ακολούθησε προηγούμενη σχετική νομολογία του και πιο συγκεκριμένα την υπ’ αριθμ. 2512/1997 απόφασή του, με την οποία είχε κρίνει ότι «...οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων που κηρύσσουν αποχή των μελών τους από την άσκηση των έργων τους [...] υπόκεινται σε περιορισμούς [...]. Οι περιορισμοί αυτοί ανάγονται στο χρόνο που μπορεί να διαρκέσει η αποχήκαι που πρέπει, ενόψει των διακυβευόμενων συμφερόντων, να είναι βραχύς και στη φύση της απόφασης περί αποχής, που δε μπορεί να γεννά πειθαρχική ευθύνη για τα μέλη του συλλόγου που δεν συμμορφώνονται.».
Στις πρόσφατες αποφάσεις του, το ΣτΕ επιπλέον έκρινε πως οι περιορισμοί, υπό τους οποίους τελούν οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων περί αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, ανάγονται και στη «...φύση της δικαιοδοτικής λειτουργίας ως μιας από τις τρεις κρατικές λειτουργίες (άρθρο 26Σ), η οποία δε νοείται να παραλύει σε ένα Κράτος Δικαίου, από πράξεις ή παραλείψεις των δικηγόρων, οι οποίοι συμβάλλουν στην απονομή της Δικαιοσύνης ως συλλειτουργοί της.».
Την έλλειψη πειθαρχικής ευθύνης για τα μέλη των δικηγορικών συλλόγων που δε συμμορφώνονται με τις αποφάσεις περί αποχής, επανέλαβε το ΣτΕ και στις δύο πρόσφατες αποφάσεις του, δεχόμενο πως ένας από τους περιορισμούς, υπό τον οποίο τελούν οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων περί αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, ανάγεται και «... στη φύση της απόφασης περί αποχής, η μη τήρηση της οποίας δε μπορεί να συνεπάγεται καθ’ εαυτή, πειθαρχική ευθύνη για τα μέλη του συλλόγου που τυχόν δε συμμορφώνονται.». Ενόψει όμως της μη έκδοσης γραμματίων προκαταβολής εισφορών κατά τη διάρκεια της αποχής και σε συνδυασμό με την πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 61 Κώδικα Δικηγόρων, με την οποία η κατάθεση του γραμματίου κατέστη διαδικαστική προϋπόθεση του κύρους της διενεργούμενης πράξης, το ΣτΕ έκρινε πως «...η αδυναμία κατάθεσης γραμματίου προκαταβολής εισφορών κατά το άρθρο 61 του Κώδικα Δικηγόρων κατά τη διάρκεια της αποχής οδηγεί σε άρση του απαραδέκτου της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξης, η οποία διενεργείται χωρίς πειθαρχική ευθύνη του δικηγόρου· οι οφειλόμενες δε εισφορές είναι καταβλητέες ευθύς μετά τη λήξη της αποχής.».
Τέλος, ιδιαίτερο και γενικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κρίση του ΣτΕ, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 32 § 3 ΠΔ 18/1989, στην προκειμένη περίπτωση, όπου λόγω των επαναλαμβανόμενων αποφάσεως περί αποχής, κατ’ αρχήν φαινόταν πως έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου αυτού, για να μπορέσει το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Πιο συγκεκριμένα το ΣτΕ έκρινε ως εξής: «Επειδή οι διαδοχικές αποφάσεις του ΔΣ του ΔΣΑ από 11.01.2016 έως 06.05.2016 έχουν όμοιο περιεχόμενο, καθώς περιέχουν τα ίδια αιτήματα, βασίζονται στο ίδιο κατ’ αρχήν πλαίσιο χορήγησης αδειών, δε μεταβάλλουν τους όρους της αποχής, μεταθέτουν δε τον χρόνο λήξης της βλαπτικής για τον αιτούντα ρύθμισης. Με την κρινόμενη αίτηση, ο αιτών προσέβαλε εμπροθέσμως την από 31.03.2016 απόφαση του ΔΣ του ΔΣΑ· ακολούθως εκδόθησαν οι από 15.04.2016, 25.04.2016 και 06.05.2016 αποφάσεις του ΔΣ του ΔΣΑ. Η τελευταία από 06.05.2016 απόφαση, ισχύουσα κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης (13.05.2016) πρέπει να θεωρηθεί συμπροσβαλλόμενη με την προσβληθείσα από 31.03.2016 απόφαση και αποτελεί, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη (*), τη μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, δε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 32 § 3 ΠΔ 18/1989, δηλαδή συνέχισης της δίκης υπό τις προϋποθέσεις που διαγράφει η διάταξη αυτή.».
(*) Στην προηγούμενη σκέψη, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί πως «Για την εκτίμηση του βραχέος ή μη του χρόνου αυτού συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα που καθορίζει η τελικώς προσβαλλόμενη απόφαση τα χρονικά διαστήματα αποχής που έχουν διαδράμει βάσει προγενέστερων, ομοίου περιεχομένου, διαδοχικών αποφάσεων του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου – ανεξάρτητα αν η έναρξη της επόμενης αποχής συμπίπτει με τη λήξη της προηγούμενης – με αποτέλεσμα κάθε προηγούμενη απόφαση περί κήρυξης ή συνέχισης αποχή, παρότι έχει λήξει η ισχύς της, να καταλείπει έννομες συνέπειες στις επόμενες αποφάσεις. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η τελευταία απόφαση περί αποχής που ισχύει κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, έχουσα ενσωματώσει κατά τούτο τις προηγούμενες αποφάσεις, είναι η μόνη που προσβάλλεται παραδεκτά.».