05/06/2019
Η διαμεσολάβηση στις διαφορές από τραπεζικές και χρηματιστηριακές συμβάσεις
ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ 12/01/2019
Η εξέλιξη και η πρόοδος του οικονομικού γίγνεσθαι τις τελευταίες δεκαετίες συνδυάσθηκε με την εμφάνιση στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου πολύπλοκων χρηματοοικονομικών συμβάσεων και σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων, τα οποία αναλόγως του κινδύνου που μπορεί να περιέχουν, απευθύνονται σε κατάλληλες κατηγορίες επενδυτών. Ωστόσο κατά την περίοδο της οικονομικής άνθησης (μέχρι το 2008), τα προϊόντα αυτά προσφέρθηκαν στους επενδυτές αδιακρίτως του προφίλ του κινδύνου /απόδοσης καθενός από αυτούς ενώ παράλληλα οι μη εξοικειωμένοι επενδυτές, είχαν συνήθως αδυναμία να κατανοήσουν τη λειτουργία του σύνθετου προϊόντος και των κινδύνων που περιέχει η επένδυση σ΄αυτό.
Φυσικό επακόλουθο των παραπάνω πρακτικών, με την έναρξη της οικονομικής κρίσης το 2008, ήταν η πραγματοποίηση μεγάλων ζημιών στα χαρτοφυλάκια των επενδυτών που είχαν επενδύσει σε τέτοια προϊόντα και η ανάδειξη διαφορών μεταξύ των επενδυτών/ καταναλωτών και παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών ή και τραπεζών, συνιστάμενες κυρίως σε απώλεια του επενδεδυμένου κεφαλαίου τους ή σε υπερβολική επιβαρυνσή τους από την μεταβολή της ισοτιμίας του ξένου νομίσματατος στο οποίο έχαν λάβει το δάνειό τους.
Οι διαφορές αυτές παραδοσιακά απευθύνονται για επίλυση στα αρμόδια δικαστήρια. Στις σχετικές συμβάσεις δεν περιλαμβάνεται ρήτρα υπαγωγής σε διαιτησία ούτε σε διαμεσολάβηση.
Ωστόσο, η ανάπτυξη και λειτουργία του θεσμού των εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών παγκοσμίως και ιδίως της διαμεσολάβησης, ολοένα και κατακτά έδαφος, ακόμα και σε διαφορές που αρχικά είχε θεωρηθεί ότι δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν επιτυχώς, όπως οι προαναφερόμενες.
Πράγματι οι χρηματοοικονομικού αντικειμένου διαφορές συγκεντρώνουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τις κάνουν επιδεκτικές επίλυσης μέσω των εναλλακτικών μεθόδων της διαιτησίας και κυρίως διαμεσολάβησης, στην οποία γίνεται αναφορά στη συνέχεια, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, που αποτελούν ταυτόχρονα και τα πλεονεκτήματά της για τις συγκεκριμένου τύπου διαφορές:
Χρόνος-κόστος-εκτελεστότητα: Εξασφαλίζεται ταχεία και οικονομική εξεύρεση λύσης σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης, η οποία μπορεί να εκτελεσθεί.
Απόρρητο και εμπιστευτικότητα της διαδικασίας: Η εμπιστευτικότητα, στην τήρηση της οποίας δεσμεύονται όλοι όσοι συμμετέχουν στη διαμεσολάβηση, καλύπτει τόσο το γεγονός ότι διεξάγεται διαμεσολάβηση, όσο και την ταυτότητα των συμμετεχόντων, τις πληροφορίες που έχουν ανταλλαγεί και το περιεχόμενο της συμφωνίας εφόσον τα μέρη το επιθυμούν. Η εμπιστευτικότητα επομένως προστατεύει την τράπεζα ή την εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από τον κίνδυνο δημιουργίας στην αγορά αρνητικών εντυπώσεων οφειλομένων σε δική τους πλημμελή συμπεριφορά ή κακή εκτέλεση των παρεχομένων υπηρεσιών και προστατεύει επίσης τη φήμη και τη δημόσια εικόνα τους. Επιπλέον αποφεύγεται η δημοσιοποίηση των εσωτερικών τους διαδικασιών και άλλων εμπιστευτικών λειτουργιών.
Εξειδικευμένος διαμεσολαβητής: Οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές διαθέτουν ιδιαίτερα και εξειδικευμένα χαρακτηριστικά, είναι συχνά πολύπλοκες και οι διαφορές που ανακύπτουν από την εφαρμογή τους, προκειμένου να λυθούν, απαιτούν απασχόληση εξειδικευμένων προσώπων, για να επιτευχθεί ένα ουσιαστικό και αμοιβαία επωφελές αποτέλεσμα. Η επίλυση των διαφορών με προσφυγή σε εξειδικευμένο διαμεσολαβητή απλοποιεί τη διαδικασία και εξομαλύνει τυχόν προβλήματα που αναφύονται λόγω της πολυπλοκότητας της κανονιστικής συμμόρφωσης και του περιβάλλοντος των τραπεζικών και επενδυτικών διαφορών. Διευκολύνει δε σημαντικά τη διαδικασία, διότι ο διαμεσολαβητής που διαθέτει εμπειρία στις χρηματοοικονομικές διαφορές “μιλάει τη γλώσσα” των τραπεζικών στελεχών και είναι σε θέση, μέσα από τον υποβοηθητικό του ρόλο, να βοηθήσει το αδύναμο μέρος της διαφοράς στην κατεύθυνση της διερεύνησης και άλλων πτυχών της υπόθεσής, που θα το διευκολύνουν να συνειδητοποιήσει τη διαπραγματευτική του θέση, να προσδιορίσει με ρεαλισμό τις απαιτήσεις του και να τις τοποθετήσει μέσα στα πλαίσια ασφαλώς των δυνατοτήτων του άλλου μέρους, το οποίο υπάγεται σε συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο.
Τα μέρη ελέγχουν τη διαδικασία και το αποτέλεσμά της: Αυτή η παράμετρος δημιουργεί γόνιμο έδαφος ώστε το αποτέλεσμα να είναι το καλύτερο δυνατό και για τα δύο μέρη. Η εθελοντικότητα της προσφυγής στη διαμεσολάβηση και της συνέχισης ή μη της διαδικασίας εξασφαλίζει στα μέρη την ελευθερία, εάν το επιθυμούν, να σταματήσουν τη διαμεσολάβηση και να επιλύσουν τη διαφορά τους στα δικαστήρια ή με διαιτησία. Η επί ίσοις όροις προσέγγιση των μερών, τα οποία από μόνα, τα ίδια, θα δώσουν τη λύση στο πρόβλημά τους με τη βοήθεια του εξειδικευμένου διαμεσολαβητή, αφενός μπορεί να επιλύσει τη διαμάχη και αφετέρου επιτρέπει στα μέρη να συνεχίσουν να εργάζονται μαζί. Η διαμεσολάβηση οπωσδήποτε δεν συνεπάγεται εξ ορισμού ότι τα συμμετέχοντα σ΄αυτήν μέρη, σε κάθε περίπτωση, θα παραμείνουν συνεργάτες, ωστόσο αποφεύγεται ο κίνδυνος του να καταστρέψουν οι προσωρινές διαφωνίες μια πολύχρονη σχέση, ενώ με τη διατήρησή της μπορούν να συνεχίσουν επικερδώς τη συνεργασία τους. Πέραν αυτού με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης κάθε μέρος μπορεί να δει, ως ένα βαθμό, την άποψη του αντιπάλου και να καταλήξει σε μία λύση από την οποία μπορεί να μην είναι ευχαριστημένος αλλά να μπορεί να ζήσει με αυτή, ενδεχομένως γιατί είναι η καλύτερη εναλλακτική του λύση υπό τις παρούσες συνηθήκες.
Για όλους αυτούς τους λόγους τα τραπεζικά ιδρύματα και οι εταιρείες του Χρηματοπιστωτικού τομέα μετά την κρίση του 2008-2009 φαίνεται να προσβλέπουν στις εναλλακτικές μεθόδους επίλυσης διαφορών, θεωρώντας ότι θα προσφέρουν αποτελέσματα σε αντίθεση με τη επιλογή της δικαστικής διαδικασίας, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα διάφορες παρερμηνείες σχετικά με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, οφειλόμενες κυρίως σε έλλειψη σωστής ενημέρωσης.
Στην Ελλάδα με τον ν. 4512/2018 (άρθρο 182) εισήχθη η υποχρεωτική διαμεσολάβηση, με την έννοια του προσταδίου, πριν την συζήτηση μια υπόθεσης στο δικαστήριο, σε ορισμένες κατηγορίες διαφορών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι χρηματιστηριακές συμβάσεις. Η σχετική διάταξη τελεί προς το παρόν σε αναστολή λόγω των αντιδράσεων κυρίως του νομικού κόσμου. Σε κάθε περίπτωση η υποχρεωτικότητα συνίσταται στη συµµετοχή των µερών στη διαµεσολαβητική διαδικασία και όχι στην επίτευξη συµφωνίας, καθώς τα µέρη διατηρούν τη δυνατότητα να αποχωρήσουν ανά πάσα στιγµή από τη διαδικασία και να προσφύγουν στη τακτική δικαιοσύνη.
Σε κάθε περίπτωση, ο θεσμός της διαμεσολάβησης είτε με υποχρεωτική προσφυγή (με την έννοια του προσταδίου) είτε με εκούσια προσφυγή των μερών σ΄αυτόν, ενδείκνυται για την επίλυση των διαφορών από τραπεζικές και χρηματοοικονομικές συμβάσεις, αρκεί να υπάρχει κατάλληλη προετοιμασία των συντελεστών της διαδικασίας, κατάλληλη οργάνωση των χρηματοοικονομικών φορέων και ειδική κατάρτιση του διαμεσολαβητή καθώς και εκπαίδευση των νομικών παραστατών για την κατανόηση της διαδικασίας και την επιτυχή συμμετοχή τους σε αυτή.