19/06/2025
Πώς διαμορφώθηκε με την αλλαγή του νόμου το ποινικό αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατ’ αρ. 363 ΠΚ;
Η συκοφαντική δυσφήμηση, όπως ορίζεται στο αρ. 363 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ), αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά εγκλήματα προσβολής της προσωπικότητας, και ειδικότερα της τιμής και υπόληψης του προσώπου. Με τις τροποποιήσεις του ΠΚ, πρόσφατα, με τον ν. 5090/2024, το σχετικό αδίκημα υπέστη σημαντική αναβάθμιση ως προς τη βαρύτητα, την ποινική απειλή και τη δογματική του συγκρότηση. Οι αλλαγές αυτές εστιάζουν κυρίως στον ορισμό του «τρίτου» προσώπου ενώ διατηρούνται οι βασικές προϋποθέσεις του αδικήματος.
Σύμφωνα με το άρθρο 363 ΠΚ, όπως ισχύει, «όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή, και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι, που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα δυαδικά μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης».
Αναφορικά με την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση, β) ενώπιον τρίτου, γ) ψευδές γεγονός, δ) για κάποιον άλλον και ε) που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.
Ως «ισχυρισμός» νοείται η ανακοίνωση, που γίνεται με βάση την πεποίθηση ή γνώση του δράστη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο, ενώ «διάδοση» υπάρχει όταν ο δράστης μεταδίδει μια ανακοίνωση που έγινε από άλλον, χωρίς απαραίτητα να την υιοθετεί. Επίσης, ο ισχυρισμός ή η διάδοση απαιτείται να λάβει χώρα ενώπιον τρίτου προσώπου, διάφορο του παθόντος (άλλως θα πρόκειται περί εξύβρισης).
Ως «γεγονός» θεωρείται κάθε περιστατικό, κατάσταση ή συμπεριφορά, αναγόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που έχει εξωτερικευθεί και υποπίπτει στις αισθήσεις, αντίκειται στα ήθη και την ευπρέπεια και είναι δεκτικό αποδείξεως. Το «γεγονός» απαιτείται να είναι κατάλληλο, πρόσφορο δηλαδή, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του φυσικού προσώπου, καθώς και πρέπει να είναι «ψευδές». Επιπρόσθετα, απαιτείται να είναι δυνατή η ταυτοποίηση του προσβαλλόμενου προσώπου με αντικειμενικά κριτήρια (πχ ονομαστικά).
Η νέα διάταξη διευκρινίζει ότι δεν θεωρούνται «τρίτοι» οι δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι, που κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης, λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του ισχυρισμού ή της διάδοσης. Σημειώνεται ότι η έννοια του «τρίτου» έχει απασχολήσει τη νομολογία, αναφορικά με το ζήτημα αν συμπεριλαμβάνει τους εκπροσώπους της δικαστικής αρχής.
Υπέρ της ερμηνευτικής εκδοχής έκρινε η ΟλΑΠ 3/2021, βασιζόμενη στην άποψη ότι η έννοια του «τρίτου» περιλαμβάνει κάθε κοινωνό (πρόσωπο ή αρχή), που μετέχει στην κοινωνική ζωή, πλην του παθόντος. Ωστόσο, με την τροποποίηση (Ν. 5090/2024) του Ποινικού Κώδικα και την προσθήκη του εδ. 2 στο άρθρο 363 θεσπίζεται η αντίθετη άποψη, κάνοντας σαφή εξαίρεση των δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων, που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα δυαδικά μέρη κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης, από την έννοια του «τρίτου». Για την επίτευξη της ως άνω εξαίρεσης έγινε χρήση του αόριστου όρου «δίκη», ο οποίος καταλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία μέχρι την αμετάκλητη απόφαση.
Ειδικότερα, ο δράστης απαιτείται να δρα ηθελημένα, έχοντας γνώση ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση αφορά ψευδές γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο να προκαλέσει βλάβη στην τιμή και στην υπόληψη του άλλου. Αν ο δράστης γνώριζε ότι το γεγονός είναι αληθινό ή αν είχε αμφιβολίες για την αλήθεια τούτου, τότε δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Προστατευόμενο έννομο αγαθό συνιστά η τιμή και η υπόληψη του προσβαλλόμενου προσώπου. Ως «τιμή» νοείται η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία, που έχει, συνεπεία εκπληρώσεως των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ ως «υπόληψη» νοείται η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Τέλος, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης είναι κατ’ έγκληση διωκόμενο, απαιτείται δηλαδή, προηγούμενη υποβολή έγκλησης από τον παθόντα. Σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 1 ΠΚ, όταν για την κίνηση της ποινικής δίωξης κατά μιας έκνομης πράξης απαιτείται η υποβολή έγκλησης, έχουμε εξάλειψη του αξιοποίνου αυτής, εάν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε σε βάρος του και για το πρόσωπο του δράστη ή για έναν από τους συμμετόχους. Ως «γνώση» ορίζεται η πληροφόρηση του παθόντος κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο περί των πραγματικών περιστατικών. Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική. Για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσης, λήγει δε όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μήνα.
Γράφει η εξωτερική συνεργατιδα του γραφειου μας, Χριστινα Μουτάφη.
#συκοφαντική δυσφήμιση #αρθρο 363 ΠΚ #