Δικηγορικό Γραφείο Π. & Γ. Τάντη

Δικηγορικό Γραφείο Π. & Γ. Τάντη Δικηγορικό Γραφείο

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ενδεικτικά : Νομικά Πρόσωπα, Προστασία Προσωπικότητας, Προσωπικές Σχέσεις Συζύγων, Περιουσιακές Σχέσεις Συζύγων, Λύση Γάμου, Σχέσεις Γονέων & Τέκνων, Διατροφή, Επιμέλεια Τέκνων, Δικαστική Συμπαράσταση, Ακίνητα, Έλεγχοι Τίτλων, Κτηματολόγιο, Απαλλοτριώσεις, Συμβάσεις, Εξασφάλιση - Είσπραξη Εμπορικών Απαιτήσεων, Μισθώσεις Επαγγελματικές & Κατοικίας, Αποζημιώσεις από Συμβάσεις & Αδικοπρ

αξίες, Αυτοκίνητα, Κληρονομικά, Διαθήκες, Νόμιμη Μοίρα.

ΔΙΚΑΙΟ ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗΣ
Ενδεικτικά : Εξωδικαστική Ρύθμιση - Διακανονισμός, Δικαστική Ρύθμιση Οφειλών («Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά»), Προστασία Οφειλέτη - Εγγυητή, Προστασία Κύριας Κατοικίας, Απαλλαγή από Τόκους, Ανακοπή & Αναστολή κατά Διαταγής Πληρωμής - Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ενδεικτικά : Μισθός, Ωράριο, Υπερεργασία, Υπερωρία, Νυκτερινή Εργασία, Αργίες, Άδειες, Δώρα, Απόλυση, Αποζημίωση, Επιθεώρηση Εργασίας, Επίσχεση Εργασίας, Δικαστική Διεκδίκηση.

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ενδεικτικά : Εμπορικές Πράξεις, Εμπορική Επιχείρηση, Συμβάσεις Εμπορικής Αντιπροσωπείας, Αποκλειστικής Διανομής, Χρηματοδοτικής Μίσθωσης (leasing), Δικαιόχρησης (franchising) κλπ, Ανταγωνισμός, Προστασία Καταναλωτή, Αξιόγραφα (Επιταγές, Συναλλαγματικές, Γραμμάτια, Φορτωτικές), Εταιρίες (Ομόρρυθμη, Ετερόρρυθμη, Ανώνυμη, Ιδιωτική Κεφαλαιουχική, Περιορισμένης Ευθύνης), Πτώχευση & Εξυγίανση (άρθρο 99 ΠτΚ).

ΔΙΚΑΙΟ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ
Απογραφή Διανοητικού Κεφαλαίου Επιχείρησης, Κατοχύρωση & Προστασία Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας σε Εθνικό, Ευρωπαϊκό και Διεθνές Επίπεδο (Εμπορικό Σήμα και άλλα Διακριτικά Γνωρίσματα, Ευρεσιτεχνία, Domain Names), Προστασία Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Έργα, Δημιουργός και Προστασία Δικαιωμάτων του), Στρατηγικά Βήματα Αξιοποίησης, Μεταβίβαση Τίτλου Προστασίας - Συμβάσεις Παραχώρησης κλπ, Προσφυγές, Ανακοπές, Αιτήσεις Έκπτωσης - Ακυρότητας, Αγωγές.

ΔΙΚΑΙΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ
Ενδεικτικά : Συμβάσεις από Απόσταση, Προστασία Καταναλωτή, Κατάρτιση Ηλεκτρονικών Συμβάσεων, Συμβάσεις Διαφήμισης στο Διαδίκτυο, Γενικοί Όροι Ιστοσελίδας Δημοσίευσης Αγγελιών, Ηλεκτρονικό Εμπόριο, Υποχρεώσεις & Ευθύνη Φορέα Παροχής Υπηρεσιών, Πιστωτική Κάρτα & Ηλεκτρονικό Χρήμα, Νόμιμη Διαδικτυακή Παρουσία Ηλεκτρονικού Καταστήματος (e-shop), Όροι Χρήσης, Πολιτική Χρήσης Παροχής & Διαχείρισης Εταιρικής Ηλεκτρονικής Αλληλογραφίας (Email Policy), Πνευματική Ιδιοκτησία στο Διαδίκτυο (Προγράμματα Ηλεκτρονικού Υπολογιστή, Βάσεις Δεδομένων, Πολυμέσα, Ιστοσελίδες κλπ), Κατοχύρωση & Προστασία Ονομασίας Πεδίου (Domain Name), Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες, Ηλεκτρονικά Εγκλήματα.

ΔΙΚΑΙΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Ενδεικτικά : Όροι Χρήσης Προσωπικών Δεδομένων, Πολιτική Τήρησης Μυστικότητας Πληροφοριών (Privacy Policy), Συμφωνίες Τήρησης Εχεμύθειας & Μη Αποκάλυψης Εμπιστευτικών Πληροφοριών, Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Αίτηση Πρόσβασης - Αντίρρησης, Προσφυγή Ενώπιον της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για Μη Ικανοποίηση Δικαιώματος Πρόσβασης - Αντίρρησης, Αποζημίωση για Παράνομη Επεξεργασία Προσωπικών Δεδομένων / Χρηματική Ικανοποίηση Ηθικής Βλάβης, Μη Ζητηθείσα Επικοινωνία (spam), Ποινικός Κολασμός (Παράλειψη Γνωστοποίησης Επεξεργασίας, Διατήρηση Αρχείου Ευαίσθητων Δεδομένων Χωρίς Άδεια, Παράνομη Διασύνδεση Αρχείων, Παράνομη Επέμβαση σε Προσωπικά Δεδομένα, Μη Συμμόρφωση σε Απόφαση της Αρχής), Δικαίωμα στη Λήθη - Τεχνολογικά Μέτρα Προστασίας της Ιδιωτικότητας

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ενδεικτικά : Διαφορές Ουσίας, Ακυρωτικές Διαφορές, Υποβολή Αναφορών, Ενδικοφανών Προσφυγών, Αιτήσεων Θεραπείας.

ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ενδεικτικά : Απάτη, Απειλή, Απόρρητο Τραπεζικών Καταθέσεων, Απόρρητο Τηλεφωνικής Επικοινωνίας, Ασφάλιση Οχημάτων, Δεδομένα Προσωπικού Χαρακτήρα, Δάση, Δημόσιες Εκτάσεις, Διαδίκτυο, Δυσφήμιση (Απλή & Συκοφαντική), Εξύβριση, Εγκλήματα στην Εργασία, Επιταγή, Παράβαση Καθήκοντος, Περιβάλλον, Πλαστογραφία, Σωματικές Βλάβες, Υπεξαίρεση, Υφαρπαγή Ψευδούς Βεβαίωσης, Χρέη προς Δημόσιο & Ασφαλιστικά Ταμεία, Ψευδορκία, Ψευδής Βεβαίωση, Ψευδής Καταμήνυση.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ενδεικτικά : Στρατιωτικά αδικήματα, Υπηρεσιακά Θέματα Στελεχών (Αξιολόγηση, Κρίση, Προαγωγή, Μετάθεση, Αποδοχές, Επιδόματα, Αναφορές, Ενστάσεις κλπ), Πειθαρχικό Δίκαιο (Ένορκη Διοικητική Εξέταση, Παροχή Εξηγήσεων, Απολογία, Ποινές, Αργία, Διαθεσιμότητα κλπ), Θέματα Στρατολογίας.

21/05/2018
3rd International Conference of Development and Economy
21/05/2018

3rd International Conference of Development and Economy

Ευθύνη του πιστωτικού ιδρύματος λόγω μερικής εκπλήρωσης της υποχρέωσης εκ του άρθρου 985 ΚΠολΔ | ΝοΒ Σεπτέμβριος 2016
21/11/2016

Ευθύνη του πιστωτικού ιδρύματος λόγω μερικής εκπλήρωσης της υποχρέωσης εκ του άρθρου 985 ΚΠολΔ | ΝοΒ Σεπτέμβριος 2016

05/11/2016
22/12/2015

ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΗ & ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ

Με το άρθρο 77 του νόμου 3852/2010 “Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης” – ΦΕΚ Α΄ 87/7-6-2010 (στο εξής : νόμος), στη διάρθρωση της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης, ειδικότερα στους δήμους με πληθυσμό άνω των 20.000 κατοίκων εισάγεται ως νέος θεσμός o «Συμπαραστάτης του δημότη και της επιχείρησης» (στο εξής : Σδε), με σκοπό της λειτουργίας του τη διαμεσολάβηση στην επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται σε περιπτώσεις κακοδιοίκησης εκ μέρους των οργάνων διοίκησης και των υπηρεσιών του δήμου, των νομικών του προσώπων και των επιχειρήσεών του, καθώς και των δημοτικών κοινοτήτων. Με το άρθρο 179 του νόμου ανάλογος θεσμός ( ο περιφερειακός συμπαραστάτης του πολίτη και της επιχείρησης ) ιδρύεται και σε επίπεδο δεύτερου βαθμού αυτοδιοίκησης, δηλαδή σε κάθε περιφέρεια. Πρόκειται ουσιαστικά για τη θέσπιση τοπικών Συνηγόρων του Πολίτη, δηλαδή τη δημιουργία νέων ανεξάρτητων θεσμών για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών ανάμεσα στους πολίτες και τις δημοτικές ή περιφερειακές υπηρεσίες, καθώς και για την παρέμβαση αυτών με προτάσεις βελτίωσης της τοπικής ή περιφερειακής διοίκησης και των σχέσεών της με το κοινό.

Οι διατάξεις του νόμου για τον Σδε χαρακτηρίζονται από γενικότητα και η εφαρμογή τους αναδεικνύει ορισμένα κενά, που πρέπει να καλύπτονται με την υιοθέτηση βασικών αρχών της σωστής διοικητικής δράσης, οι οποίες αντλούνται από τη γενική θεωρία του διοικητικού δικαίου, αλλά και καθιερώνονται ρητά από την ισχύουσα έννομη τάξη, κυρίως από τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999 - στο εξής : ΚΔΔ).

Ακολουθούν αναφορές σε δύο επιμέρους σχετικά ζητήματα :

1. Βασικό καθήκον του Συμπαραστάτη :
Εξέταση καταγγελιών - Διαμεσολαβητική επίλυση προβλημάτων

Αρμοδιότητα και καθήκον του Σδε ( § 3 ) είναι η εξέταση καταγγελιών, παραπόνων και εν γένει αναφορών άμεσα θιγόμενων πολιτών και επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών του δήμου, των νομικών του προσώπων και των επιχειρήσεών του, βεβαίως και όλων των οργάνων διοίκησης αυτών, και ακολούθως η διαμε-σολάβησή του προκειμένου να επιλυθούν τα σχετικά προβλήματα. Η χρήση από το νόμο της λέξης «πολίτες» μαρτυρεί ασφαλώς ότι ο Σδε οφείλει να δέχεται καταγγελίες όχι μόνο δημοτών του δήμου στον οποίο διατελεί, αλλά και κάθε άλλου φυσικού προσώπου - ημεδαπού ή αλλοδαπού πολίτη -, καθώς και ημεδαπών η αλλοδαπών νομικών προσώπων κάθε μορφής και σκοπού, ενώσεων προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα και γενικότερα οποιουδήποτε υποκειμένου δικαίου (φορέα δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων). Η δε αναφορά του νόμου σε «επιχείρηση» ουδόλως αποκλείει φορείς που δεν ασκούν ούτε επιδιώκουν εμπορική (κερδοσκοπική) δραστηριότητα, αρκεί να προκύπτει κάποια σχέση αυτών με το δήμο. Από τη φράση, όμως, «άμεσα θιγόμενων» συνάγεται και ότι σε κάθε περίπτωση η σχέση αυτή πρέπει να είναι προσωπική και έννομη, δηλαδή να γεννά δικαιώματα ή / και υποχρεώσεις, η ικανοποίηση των οποίων μπορεί να εξαναγκασθεί κατά το νόμο, έτσι ώστε δικαίωμα καταγγελίας επί του προκειμένου δεν υπάρχει όταν η καταγγελλόμενη ενέργεια ή παράλειψη αφορά σε επιλογές της δημοτικής αρχής κατά την υλοποίηση ή μη του γενικού προγράμματός της ή σε πολιτικές συμπεριφορές αυτής.

Το τεθειμένο δίκαιο δεν προκαθορίζει το περιεχόμενο της κακοδιοίκησης, που σαν όρος κυρίως χρησιμοποιείται στη διοικητική πρακτική, αλλ’ η έννοιά της είναι ευρύτερη της παράβασης της αρχής της νομιμότητας που διέπει το διοικητικό δίκαιο. Τέτοια παράβαση ενίοτε ενδέχεται να μην έχει αρνητικές επιπτώσεις στις διοικητικές διαδικασίες, καθόσον ο νόμος δεν προβλέπει όλες τις προϋποθέσεις για την ορθή διοικητική συμπεριφορά απέναντι στον πολίτη. Παρατηρούνται δηλαδή συχνά φαινόμενα κακοδιοίκησης χωρίς δυσμενείς συνέπειες για τους φορείς της διοίκησης, όσο και αν αυτά αποτελούν αδικαιολόγητες υπερβάσεις των κανόνων της λογικής και των αρχών της διοικητικής επιστήμης, όπως υπέρ το δέον καθυστερήσεις, άσκοπες απαιτήσεις από τους διοικούμενους, εν αμφιβολία υιοθέτηση απόψεων σε βάρος τους, ερωτήματα σε προϊστάμενες αρχές για ζητήματα λελυμένα κ.ά. Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις στην κακοδιοίκηση μπορεί να συμβάλλει και ο ίδιος ο νόμος, όταν βρίσκεται αντίθετος στο Σύνταγμα ή σε κανόνες του διεθνούς δικαίου που σύμφωνα με αυτό κατισχύουν της εσωτερικής έννομης τάξης. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο Σδε καλείται να αναδείξει τα λάθη ή τα κενά της νομοθεσίας που ενθαρρύνουν την κακή διοικητική πρακτική και ταυτόχρονα να υποδείξει τον τρόπο υπερπήδησής τους σε συγκεκριμένη υπόθεση. Αυτό είναι το δυσκολότερο αλλά και σημαντικότερο μέρος της αποστολής του, δηλαδή να προωθεί λύσεις σύμφωνες με τις υπερνομοθετικής ισχύος αυτοδεσμεύσεις της Πολιτείας, όταν η κοινή νομοθεσία συμβαίνει να είναι η πηγή της κακοδιοίκησης.

Ο νόμος ( § 3 ) δεν προβλέπει τρόπους υποβολής της καταγγελίας ή αναφοράς στο Σδε, για τούτο αυτοί πρέπει να αναζητηθούν και αντληθούν από φυσικές πηγές, όπως είναι ο ΚΔΔ ή το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας άλλων ελεγκτικών οργάνων, έτσι που να διευκολύνεται η προσβασιμότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων στις υπηρεσίες του Σδε, δεδομένης και της δυσχέρειας ορισμένων ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Η υποβολή γραπτής καταγγελίας, με εμφάνιση και κατάθεσή της στην υπηρεσία από τον καταγγέλλοντα αυτοπροσώπως ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του κατά τις προβλέψεις του άρθρου 3 του ΚΔΔ, βεβαίως είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος και μ’ αυτή πάντως εξομοιώνεται η σύνταξή της από την υπηρεσία κατόπιν προφορικής έκθεσης του αιτήματος του ενδιαφερομένου και υπογραφής της από αυτόν. Επίσης επαρκής πρέπει να θεωρείται η αποστολή της με οποιοδήποτε ταχυδρομείο, αλλ’ η υποβολή της μέσω τηλεφώνου, τηλεομοιοτυπίας ή διαδικτύου είναι ανάγκη να επιβεβαιώνεται με πρωτοβουλία του καταγγέλλοντος, πληρέστερα με ένα από τους προηγούμενους τρόπους. Ενώ η ανώνυμη καταγγελία, με όποιο τρόπο και αν υποβάλλεται, εκ του πράγματος δεν προσφέρεται και δεν δημιουργεί υποχρέωση του Σδε προς διαμεσολάβηση για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς, μπορεί πάντως ν’ αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης εκ μέρους του στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης δυνατότητάς του για υποβολή προτάσεων προς τη διοίκηση του δήμου.

Η ίδια διάταξη ( § 3 ) επιβάλλει υποχρέωση του Σδε να απαντά εγγράφως ή ηλεκτρονικά εντός τριάντα (30) ημερών στους ενδιαφερόμενους, όμως δεν προβλέπει συγκεκριμένους τρόπους στη διαμεσολάβησή του, που πρέπει να είναι γρήγορη και απαλλαγμένη από τυποκρατία, διάφανη αλλά με σεβασμό στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος ή τρίτων, αμερόληπτη και αντικειμενική αλλ’ επιεικής υπέρ του ενδιαφερομένου μπροστά σε πραγματικά νομικά διλήμματα ή δικαιολογημένες αμφιβολίες και διιστάμενες απόψεις κατά την ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και αποτελεσματική στην προσπάθεια επίλυσης των σχετικών προβλημάτων, για την αποτροπή της εξέλιξής τους σε διοικητικές ή δικαστικές διενέξεις.

Κατά την επιβαλλόμενη διαμεσολάβησή του ο Σδε ενημερώνει την καταγγελλόμενη υπηρεσία, αναζητεί τις απόψεις της και την αιτία του προβλήματος και διερευνά τη δυνατότητα επίλυσής του. Η επικοινωνία αυτή πρέπει να επιδιώκεται το συντομότερο δυνατό και άμεσα, δηλαδή όχι με άσκοπη αλληλογραφία, αλλά, κατά τις περιστάσεις, είτε με τηλεφωνική συνεννόηση είτε με επίσκεψη του Σδε στην υπηρεσία ή αντίστροφα. Σε περίπτωση επίλυσης του προβλήματος συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο εκτίθενται με συντομία η καταγγελία, το πρόβλημα, ο χρόνος και τόπος ενημέρωσης και το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης, υπογράφεται από τον Σδε και τον υπεύθυνο της υπηρεσίας και αντίγραφό του αποστέλλεται στον καταγγέλλοντα, κατά προτίμηση με τον τρόπο που είχε υποβληθεί η καταγγελία του. Αν από μόνη την εξέταση της καταγγελίας ή και την ως άνω επικοινωνία προκύψει ότι το αίτημα ή παράπονο του καταγγέλλοντος είναι μη νόμιμο ή στην ουσία του φανερά αβάσιμο, ο Σδε συντάσσει περί αυτού έκθεση με αιτιολογούμενο πόρισμα, που ομοίως αποστέλλει στον καταγγέλλοντα. Στην περίπτωση, όμως, που κρίνει ότι η καταγγελία είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και η προσπάθεια της διαμεσολάβησής του για την επίλυση του προβλήματος δεν έχει αποδώσει θετικό αποτέλεσμα, ο Σδε συντάσσει έκθεση με αιτιολογημένο πόρισμα που τεκμηριώνουν τη βασιμότητα της καταγγελίας, την υποβάλλει στην αρμόδια προϊστάμενη δημοτική αρχή και την κοινοποιεί στον καταγγέλλοντα. Από τη στάση της δημοτικής αρχής εντός της τασσόμενης εύλογης προθεσμίας, που κατά τις αντικειμενικές περιστάσεις μπορεί και να παρατείνεται, καθορίζεται η περαιτέρω πορεία του προβλήματος : Δηλαδή, στην περίπτωση που η αρχή ανταποκριθεί θετικά στο πόρισμα, το πρόβλημα θεωρείται λυμένο, ενώ στις περιπτώσεις μη θετικής ανταπόκρισης ή παράλειψής της να τοποθετηθεί επ’ αυτού για την επίλυσή του ο Σδε υποδεικνύει στον καταγγέλλοντα την κατά περίπτωση αρμοδιότητα οργάνων διοίκησης του δήμου, των κεντρικών ελεγκτικών ( Συνήγορος του Πολίτη, Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης ), των εποπτικών διοικητικών (Ελεγκτής Νομιμότητας) ή δικαστικών αρχών. Σε κάθε περίπτωση ο Σδε ενημερώνει γραπτώς τον ενδιαφερόμενο καταγγέλλοντα περί της στάσης της δημοτικής αρχής και των ως άνω εναλλακτικών επιλογών του. Επίσης, στην περίπτωση βασιμότητας της καταγγελίας και μη ανταπόκρισης της δημοτικής αρχής στο οικείο πόρισμα του Σδε, ο τελευταίος, διαφυλάσσοντας πάντοτε τα προσωπικά δεδομένα των ατόμων που αφορά η υπόθεση, μπορεί να δημοσιοποιεί αυτό στην ιστοσελίδα του δήμου, για την εμπέδωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο νέο θεσμό, τις δυνατότητες και τα αποτελέσματα της λειτουργίας του.

2. Σχέσεις με άλλους ελεγκτικούς φορείς
Κατά την παράγραφο 4 η υποβολή καταγγελίας ή αναφοράς στο Σδε δεν αναι-ρεί τη σχετική αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη ως ανεξάρτητης αρχής, ούτε τις αρμοδιότητες άλλων ελεγκτικών οργάνων και αρχών, καθώς και του Ελεγκτή Νο-μιμότητας, ως εποπτεύοντος ανωτάτου κρατικού υπαλλήλου που κατά τα άρθρα 214 επ. του νόμου ασκεί και τον έλεγχο νομιμότητας όλων των οργάνων του δήμου. Παρατηρείται πάντως ότι σε ορισμένες υποθέσεις, για τις οποίες ο Σ.τ.Π. είναι αναρμόδιος, ελλείψει προβλεπόμενου περιορισμού ο Σδε μπορεί να επιληφθεί αυτών, να τις εξετάσει και να διαμεσολαβήσει κατά τα προαναφερόμενα, όπως μεταξύ άλλων συμβαίνει αν ο θιγόμενος καταγγέλλων έχει προσφύγει στη δικαιοσύνη, που συνήθως καθυστερεί να αποφανθεί και η υπόθεσή του σ’ αυτή παραμένει εκκρεμής, εφόσον πάντως η παρέμβαση του πρώτου γίνεται με απόλυτο σεβασμό στις αποφάσεις της δεύτερης. Ακόμη μπορεί να επιληφθεί και όταν η καταγγελλόμενη σ’ αυτόν κακοδιοίκηση έχει γεννήσει δικαιώματα ή έχει δημιουργήσει ευνοϊκές καταστάσεις υπέρ τρίτων που ανατρέπονται μόνο με δικαστική απόφαση, με την επιφύλαξη βέβαια της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του καλόπιστου πολίτη. Και τέλος, καμιά προθεσμία δεν προβλέπεται να τρέχει σε βάρος του θιγόμενου από συμπεριφορά κακοδιοίκησης που θέλει να καταφύγει στο Σδε, ενώ κατά τα προεκτεθέντα ο τελευταίος έχει υποχρέωση να του απαντά σύντομα.

21/12/2015

ΔΙΚΑΙΟ & ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν επιτακτικά την οργάνωση μιας κοινωνίας σε Κράτος, τη λειτουργία της κοινωνίας αυτής και την κοινωνική συμβίωση των μελών της (ubi societas, ibi ius). Το δίκαιο δεν αποτελεί ένα σταθερό σύστημα, αμετακίνητο στη ροή του χρόνου. Αντίθετα, οι κανόνες δικαίου στην εξέλιξή τους μεταβάλλονται, ευρισκόμενοι σε συνεχή διαλεκτική σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα. Η έννομη τάξη παρουσιάζει μία δυναμική, καθώς συνδέεται με τις γενικότερες κοινωνικοοικονομικές και ιδεολογικές εξελίξεις. Με αυτή την έννοια, ο ιστορικός χρόνος είναι και ο χρόνος του δικαίου. Κατά την πάροδο του χρόνου αυτού παρατηρείται μια πολύ στενή σχέση μεταξύ δικαίου και τεχνολογίας. Ακριβέστερα, υπάρχει σχέση συμβίωσης μεταξύ του δικαίου και της ανθρώπινης δραστηριότητας, η οποία, εκμεταλλευόμενη τις κατακτήσεις της επιστήμης, δημιουργεί νέα μέσα, εργαλεία και μηχανισμούς, προς εξυπηρέτηση των ανθρωπίνων αναγκών. Η παραπάνω σχέση δεν αποτελεί μονάχα σύγχρονο φαινόμενο. Το δίκαιο πάντα βρισκόταν σε σχέση αλληλεπίδρασης με την τεχνολογία, σε βαθμό μάλιστα που η εξέλιξή του να συμπίπτει με την εξέλιξη των εκφραστικών μέσων και των τεχνολογιών που τα μέσα αυτά χρησιμοποιούν. Σήμερα, στο κέντρο της προσοχής είναι όλο και περισσότερο οι ψηφιακές τεχνολογίες. Όμως τα bit, τα προγράμματα, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές δεν είναι περισσότερο «τεχνολογία» απ’ όσο είναι το χαρτί, το μολύβι, η τυπογραφία, ακόμη και ο ίδιος ο λόγος, θεωρούμενος ως τεχνολογία (της σκέψης), η οποία επέτρεψε στον άνθρωπο να απαγκιστρωθεί από την προϊστορία του. Μια κοινωνία χωρίς αλφάβητο, λέξεις, γραφή και χαρτί σε αφθονία θα είχε -και είχε- ένα δίκαιο πολύ διαφορετικό από αυτό που σήμερα γνωρίζουμε. Ο σημερινός πολιτισμός στηρίζεται στις λέξεις και τη γραφή (εργαλεία που επιτρέπουν την έκφραση της σκέψης και την περιγραφή του εξωτερικού κόσμου) σε τέτοιο σημείο, ώστε να ξεχνά ότι πρόκειται για εφευρέσεις - τεχνολογίες μιας νεαρής ακόμα περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας. Όμως, το δίκαιο, στο βαθμό που αξιοποιεί τις τεχνολογίες που είναι διαθέσιμες κατά το χρόνο θέσπισής του, συνδέεται αμφίδρομα με αυτές, οι οποίες, αφενός επιτρέπουν τη δημιουργία του, αφετέρου του αναθέτουν τη ρύθμιση νέων βιοτικών σχέσεων, που ανακύπτουν και εξαρτώνται από τις νέες τεχνολογίες. Η σχέση αυτή γίνεται ολοένα πιο πολύπλοκη στη σύγχρονη εποχή του Διαδικτύου, όπου ο τεχνολογικός (πολυμεσικός, εικονικός) χρόνος πολλές φορές συμπίπτει με τη διάρκεια ενός «κλικ». Μια τέτοια πράξη (πλήξη ενός κουμπιού) καταναλώνεται χρονικά την ίδια στιγμή της τέλεσής της και δύναται να αποκλείει (ή έστω να δυσχεραίνει) την τέλεση επόμενων πράξεων αναιρετέων, που θα επέφεραν αντίθετες έννομες συνέπειες. Στη χρονική διάσταση συνεκτιμάται και η διάσταση του κυβερνοχώρου και της γλώσσας, μιας και οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών εκφράζονται με μέσα καθολικής έκφρασης, χάρη στην ψηφιοποίηση των πληροφοριών. Οι παραπάνω σκέψεις απαντούν καταφατικά στο συχνά παραπλανητικό ερώτημα, εάν οι νέες τεχνολογίες, ιδιαίτερα ο κυβερνοχώρος, αποτελούν και πεδίο εφαρμογής της έννομης τάξης, ανεξάρτητα εάν η αντίδραση αυτή του δικαίου είναι έγκαιρη ή ανεπαρκής ή (ακόμη) ανύπαρκτη στις έννομες σχέσεις που χαρακτηρίζουν τη λεγόμενη «Κοινωνία της Πληροφορίας» ή «Κοινωνία της Γνώσης».

21/12/2015

ΤΟ ΣΕΠΠΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ

Με την Οδηγία 87/102/ΕΟΚ, ο κοινοτικός νομοθέτης αποσκοπούσε (σύμφωνα με το προοίμιο αυτής) αφενός στη δημιουργία μιας κοινής αγοράς στον τομέα της καταναλωτικής πίστης και αφετέρου στην εξασφάλιση ενός ελαχίστου (minimum) προστασίας των καταναλωτών. Καινοτομία της Οδηγίας του 1987 αποτελεί η καθιέρωση του "συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου", το οποίο στη συνέχεια επαναπροσδιορίστηκε ως το "συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης", γνωστό ως ΣΕΠΠΕ, προκειμένου οι καταναλωτές να γνωρίζουν το συνολικό κόστος της πίστωσης. Στο πλαίσιο αυτό, καθιερώθηκε ενιαία μέθοδος υπολογισμού του ΣΕΠΠΕ για όλα τα κράτη - μέλη, με τη διατύπωση ειδικού μαθηματικού τύπου, με αποτέλεσμα το κόστος της πίστωσης να καθίσταται μέγεθος συγκρίσιμο. Η μαθηματική αυτή μέθοδος υπολογισμού διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην Οδηγία 90/88/ΕΟΚ και επαναπροσδιορίστηκε στην Οδηγία 98/7/ΕΚ, σήμερα δε περιέχεται και στην Οδηγία 2008/48/ΕΚ (άρθρο 3 στοιχ. θ' και ταυτάριθμο της ΚΥΑ Ζ1-699/23.6.2010). Στο πλαίσιο προστασίας του καταναλωτή, η υποχρέωση του πιστωτικού φορέα να ενημερώνει τον δανειολήπτη - καταναλωτή ως προς το ΣΕΠΠΕ, εκφραζόμενο ως ισοδυναμία αφενός μεν των αναλήψεων και αφετέρου των εξοφλητικών δόσεων και των επιβαρύνσεων, έχει πράγματι μεγάλη πρακτική σημασία, ώστε να εξασφαλιστεί η συγκρισιμότητα των πληροφοριών που αφορούν τα ποσοστά επιβάρυνσης σε όλη την Κοινότητα. Αποδεικτικά, όμως, δεν αποτελεί κατ' ανάγκη (ή δεν αποτελεί καν) στοιχείο από το οποίο προκύπτει (και αποδεικνύεται) η απαίτηση ως προς το ύψος της και το ληξιπρόθεσμο αυτής, τα οποία αποδεικνύονται ευχερώς και νομίμως, προς όφελος του πιστωτικού φορέα, από το απόσπασμα λογαριασμού εξυπηρέτησης της σύμβασης. Η γνώμη αυτή ενισχύεται από το γεγονός, ότι ο προσδιορισμός του ποσοστού επιβάρυνσης αφορά προσυμβατική υποχρέωση πληροφόρησης που βαρύνει τον πιστωτικό φορέα και για τον υπολογισμό του δεν αποκλείεται να λαμβάνονται υπόψη πρόσθετες παραδοχές, αποκλίνουσες από την εν συνεχεία πορεία της σύμβασης, σε περιπτώσεις, λ.χ., όπου προβλέπεται δυνατότητα ελεύθερης επιλογής όσον αφορά τις αναλήψεις ή προβλέπονται διαφορετικοί τρόποι ανάληψης με διαφορετικές επιβαρύνσεις ή επιτόκια χορηγήσεων. Συνεπώς, η απόδειξη της απαίτησης του πιστωτικού φορέα με υπολογισμό του ύψους της βάσει του ΣΕΠΠΕ δεν είναι, πάντοτε τουλάχιστον, δυνατή.

07/01/2015

ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΠΟΥ ΠΗΓΑΖΕΙ ΑΠΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

Η διάταξη του άρθρου 1 ν. 3068/2002 για τη "συμμόρφωση της Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις, εκτέλεση κατά του Δημοσίου κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε δυνάμει των άρθρων 20 ν. 3301/2004 και 4ε § 3 ν. 3388/2005, κρίθηκε ότι είναι αντίθετη προς τα άρθρα 20 § 1 Συντ, 6 § 1 ΕΣΔΑ και 2 § 3 και 14 § 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, διότι συνιστά περιορισμό της δυνατότητας αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση κάποιον ή κάποιους από τους προβλεπόμενους στο νόμο εκτελεστούς τίτλους (εδαφίων γ'-ζ' της παρ. 2 του ΚΠολΔ 904) και προσβάλλει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Κατά συνέπεια, υπάρχει υποχρέωση του Δημοσίου να συμμορφώνεται όχι μόνο σε δικαστικές αποφάσεις, αλλά και σε άλλους εκτελεστούς τίτλους, επομένως και σε διαταγές πληρωμής εις βάρος του.

Ως προς το ζήτημα, όμως, της δικαιοδοσίας για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου, αμφισβητείται αν είναι δυνατή η έκδοση αυτής για απαίτηση που πηγάζει από διοικητική σύμβαση, από την οποία απορρέει διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Κατά μία άποψη, η έκδοση διαταγής πληρωμής για τέτοια απαίτηση είναι δυνατή, ενώ ως προς τη δικαιοδοσία για την εκδίκαση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής η νομολογία διχάζεται. Υποστηρίζεται όμως και η γνώμη ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής για απαίτηση από διοικητική σύμβαση. Και τούτο με το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να ασκηθεί κατά της διαταγής πληρωμής αυτής ανακοπή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.

Υπάρχει βεβαίως, στις περιπτώσεις αυτές, η ασφαλέστερη δυνατότητα άσκησης αγωγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, αντί αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

07/12/2014

ΘΕΜΑ : ΑΣΚΗΣΗ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ Ή ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ

Ερωτάται :
1. Δικαιούται στρατιωτικός να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή;
2. Εάν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ποια τα δικαιώματα του στρατιωτικού, ιδίως, δικαιούται αυτός αμοιβή;
3. Εάν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, προβλέπονται πειθαρχικές ποινές σε βάρος του στρατιωτικού;

===========

1. Σχέση εργασίας είναι η έννομη σχέση εργοδότη - μισθωτού, στο πλαίσιο της οποίας υποχρεούται ο μισθωτός να παρέχει εργασία στον εργοδότη με αμοιβή. Στη σύμβαση έργου υποχρεούται κάποιος να εκτελέσει ένα έργο με αμοιβή (681 ΑΚ).
Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 4 εδάφ. 1 του Στρατιωτικού Κανονισμού 20-1, «Απαγορεύεται στους αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και ανθυπασπιστές να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα ή να ασχολούνται με οποιαδήποτε αμειβόμενη εργασία. Κατ’ εξαίρεση…».

2. Μισθός είναι η αντιπαροχή του εργοδότη στο μισθωτό για την εργασία που του παρέχει (ΑΚ 648), μισθός δηλαδή είναι το οικονομικό αντάλλαγμα, η οικονομική αποτίμηση της αξίας της προσφερόμενης εργασίας. Η καταβολή μισθού είναι ουσιαστικό στοιχείο της σύμβασης εργασίας, αδιάφορο ποια μορφή έχει. Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει το μισθό στο χρόνο και τον τόπο που πρέπει. Ακόμα κι όταν στη συμφωνία της προσλήψεως δε γίνεται καθόλου λόγος για καταβολή μισθού, τούτο δε σημαίνει ότι η συμφωνία είναι άκυρη ή ότι δε θα καταβάλλεται μισθός. Αποτελεί μάλιστα γενική αρχή του εργατικού δικαίου ότι η παραίτηση του μισθωτού από τα κατώτατα όρια των νόμιμων αποδοχών του είναι άκυρη. Σε περίπτωση μη καταβολής του οφειλόμενου μισθού, ο μισθωτός δικαιούται, μεταξύ άλλων, να επιδιώξει δικαστικά, με αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ, να καταδικαστεί ο εργοδότης να του καταβάλει το μισθό με τους τόκους υπερημερίας, ακόμα και να μηνύσει τον εργοδότη (α.ν. 690/1945). Η αξίωση για το μισθό υπόκειται σε πενταετή παραγραφή (ΑΚ 2506, 17).
Σε ειδικές περιπτώσεις, πέραν της ικανότητας για δικαιοπραξία, της βούλησης για σύναψη σύμβασης, την πραγματική και σοβαρή δήλωση βουλήσεως, τον τύπο και τη συμφωνία με το νόμο και τα χρηστά ήθη, απαιτούνται ορισμένοι πρόσθετοι όροι για το κύρος της σύμβασης, εν προκειμένω ορισμένη άδεια, η οποία, αν λείπει, καθιστά τη σύμβαση άκυρη, η οποία «λογίζεται ως μη γενομένη» (ΑΚ 180). Είναι ωστόσο δυνατό η άκυρη σύμβαση να επικυρωθεί, και μάλιστα με αναδρομικό αποτέλεσμα (ΑΚ 183) από τα μέρη, όταν πληρωθεί ο απαιτούμενος από το νόμο όρος κύρους (ο στρατιωτικός εφοδιάζεται εκ των υστέρων με άδεια).
Όταν όμως αρχίσει να λειτουργεί η άκυρη σύμβαση εργασίας, παρέχεται η εργασία από το μισθωτό, χορηγείται ο μισθός από τον εργοδότη κ.ά., δημιουργείται πραγματική κατάσταση. Η σχέση εργασίας βιώνεται σαν να ήταν έγκυρη. Γι’ αυτό το λόγο, και κατά την αρχή της προστασίας των μισθωτών, επικρατεί πλέον τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία η γνώμη ότι η ακυρότητα της σύμβασης εργασίας ενεργεί όχι ex tunc, όπως ορίζει κατά γενικό τρόπο ο νόμος, αλλά ex nunc, δηλαδή μόνο για το μέλλον. Συνεπώς, ισχύουν και για τις σχέσεις εργασίας, που στηρίζονται σε άκυρη σύμβαση, όχι μόνο οι με στενή έννοια προστατευτικές εργατικές διατάξεις και όλες οι υποχρεώσεις του εργοδότη, αλλά και οι διατάξεις που θεσπίζουν ειδικά δικαιώματα των μισθωτών, όπως λ.χ. το δικαίωμα της άδειας. Ακόμα, πράγμα εξίσου σημαντικό, η λειτουργία των όρων της άκυρης σύμβασης δεν μπορεί εκ των υστέρων να ανατραπεί· δεν είναι δυνατό λ.χ. να αναζητηθούν μισθοί που καταβλήθηκαν. Από την άλλη πλευρά, και η άκυρη σύμβαση εργασίας υπόκειται σε διαμόρφωση από τους διαφόρους παράγοντες, που επενεργούν στις σχέσεις εργασίας· οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας εφαρμόζονται και σ’ αυτή.
Το μόνο θέμα, στο οποίο η νομολογία διστάζει να ακολουθήσει τις συνέπειες της σωστής αντίληψης, ότι όταν λειτουργεί μια σχέση εργασίας, η σχέση αυτή πρέπει να έχει τη μεταχείριση που θα είχε εάν δεν ήταν ελαττωματική, είναι το θέμα των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν. Γι’ αυτές δε δέχεται αξίωση μισθού παρά μόνο αξίωση απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη. Βέβαια, η νομολογία με τη μεθόδευση αυτή καταλήγει στο ίδιο περίπου αποτέλεσμα από πλάγιο δρόμο, αφού για την αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εργοδότη αναζητεί ποιο ποσό θα είχε καταβληθεί ως μισθός με έγκυρη σύμβαση εργασίας σε άλλο μισθωτό κάτω από τις ίδιες περιστάσεις. Πάντως το ποσό που θα καταβληθεί σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελάχιστων νόμιμων ορίων, αφού αυτά αποτελούν το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο οποιασδήποτε σύμβασης εργασίας.
Η αξίωση απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού παραγράφεται μετά 20ετίας.

3. Η ανάληψη αμειβόμενου ιδιωτικού έργου ή εργασίας από στρατιωτικό αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα, όχι όμως και ποινικό αδίκημα.
Σύμφωνα με το άρθρο 63 του 20-1, «Πειθαρχικά παραπτώματα είναι οι πράξεις που τιμωρούνται με πειθαρχικές ποινές. […] Πειθαρχικά παραπτώματα θεωρούνται και σαν τέτοια τιμωρούνται από τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού […] η εξάσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος εκτός υπηρεσίας, όπως και η απασχόληση σε εξωστρατιωτικά καθήκοντα ή έργα με αμοιβή ή χωρίς αμοιβή, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 25» (αφορά υγειονομικό, μουσικό κλπ).

Address

Καλλιπόλεως 43
Ellinikón
16777

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Δικηγορικό Γραφείο Π. & Γ. Τάντη posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Practice

Send a message to Δικηγορικό Γραφείο Π. & Γ. Τάντη:

Share